Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2010

Η εκδίκηση της Σιλάνας

O Γιάννης Ξανθούλης, στο καινούργιο του μυθιστόρημα, «Η εκδίκηση της Σιλάνας», συναντά ένα φάντασμα, τη Σιλάνα Σαλιάγκου, την ποιήτρια που ο ίδιος επινόησε και της οποίας τις ποιητικές δημιουργίες απαγγέλλει κάθε Σάββατο στη ραδιοφωνική εκπομπή του.
Μολονότι επινοημένο το πρόσωπό της, όταν ο συγγραφέας αποφασίζει να κάνει μυθιστόρημα τα τριάμισι από τα οκτώ συνολικά χρόνια που διήρκεσε η επεισοδιακή εφηβεία του στην επαρχία, η Σιλάνα τού φανερώνεται «σαν άγγελος λοξής έμπνευσης». Του αποκαλύπτει ότι εκείνη τον καθοδηγούσε ήδη από το 1959, από τότε που έκλεινε τα δώδεκά του χρόνια.
Ένα πρόσωπο, λοιπόν, που ο συγγραφέας πίστευε πως «είχε κυοφορηθεί μέσα στην ταλαίπωρη επαγγελματική του μήτρα», αίφνης αποκτά σάρκα και οστά ως «πλάσμα φορολογούμενο στη μισοσκότεινη ελληνική επικράτεια», το οποίο μάλιστα ξέρει ό,τι ξέρει ο συγγραφέας, θυμώνει με όσα θυμώνει κι εκείνος, αγαπά τον τρόπο με τον οποίο αγάπησε ό,τι αγάπησε ο συγγραφέας.
Δύο χρόνια μετά το μυθιστόρημα «Του φιδιού το γάλα», ο Γιάννης Ξανθούλης επιστρέφει με ένα βιβλίο «αυτοβιογραφικής ολισθηρότητας», όπου η Σιλάνα Σαλιάγκου τον εκδικείται οξύνοντας τη μνήμη του για πράγματα που νόμιζε πως είχαν παραγραφεί στο πέρασμα των δεκαετιών και των παραλλαγών της αλήθειας...
«Η κυρία Σιλάνα Σαλιάγκου για μένα υπήρξε άλλοθι», λέει σε πρώτο πρόσωπο ο συγγραφέας. «Έτσι κι αλλιώς, πάντα ήθελα να γεννήσω - και τη γέννησα ακριβώς όταν είχα καβατζάρει τον μισό αιώνα και λίγο πιο πάνω. Τη γέννησα ώριμη, στοχαστική, με μια δυνατή νοσταλγία και με θαυμασμό στην αξεπέραστη ποιητική ανορθογραφία του Μποστ (του Μέντη Μποσταντζόγλου), αλλά και φίλων γελοιογράφων.
Η γέννα προέκυψε μέσω ερτζιανών, μέσω του ραδιοφώνου του ΣΚΑΪ, όπου από το 1989 κάνω εκπομπές. Πρόκειται για μια κυρία με αβάσταχτη την ανάγκη ομοιοκατάληκτης ηθικής. Απόλυτα Ελληνίς, πατριδοφωτισμένη και ευτράπελα ρομαντική, αντάξια του ονόματός της.
Στα χρόνια που υπηρέτησα τις εμπνεύσεις της, άρχισα να πιστεύω ότι κάθε Σάββατο, που απήγγελλα από μικροφώνου τις συνήθεις επίκαιρες δημιουργίες της, μου τις υπαγόρευε εκείνη μέσα από ένα μυστήριο νεφέλωμα συγγένειάς μας. Λόγια και ηχηρές ομοιοκαταληξίες, που κατέληγαν με την πολυχρησιμοποιημένη αλλά καίρια -για μένα- επωδό: «Γαμώ την ατυχία μου».
«Δεν ήξερα τη μορφή της, κι ας είχα πατρική εξουσία πάνω της. Δεν ήμουν βέβαιος για την απήχησή της, φοβούμενος περισσότερο απ’ όλα τον γραφικό προσανατολισμό της επινόησής μου... Πέρασαν χρόνια ώσπου να της δώσω λίγο παραπάνω φως στο στενό πάλκο του ραδιοφώνου αλλά και στη σαββατιάτικη στήλη μου στην «Ελευθεροτυπία»»
Και καταλήγει ο Γιάννης Ξανθούλης: «Στην παράλογη αυτή διαδρομή παραμερίσαμε τη γελοιογραφική εκδοχή και μείναμε στην εκφώνηση -για να το πω και λίγο ραδιοφωνικά- μιας εποχής που ο ήχος της κουβαλά την απειλή του μυθιστορήματος».

(Δημοσιεύτηκε στην ΑΜΑΡΥΣΙΑ την 1η Φεβρουαρίου 2010)