Δευτέρα, 17 Μαΐου 2010

Και με κλειστά μάτια θα βλέπω

Ένα μυθιστόρημα του οποίου οι δύο πρωταγωνιστές, φτωχοί, άσημοι, αδιάφοροι, «πλήθος», ζουν τον έρωτά τους, χωρίς να έχουν «λόγο», μέσα στη θύελλα μιας ζωής 80 χρόνων (μεσοπόλεμος, Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, Εμφύλιος, μεταπολεμικά πέτρινα χρόνια, δεκαετία του ΄60, Χούντα 21ης Απριλίου, μεταπολίτευση, σήμερα). Ουσιαστικά, ένα μυθιστόρημα για τον έρωτα δύο άσημων ανθρώπων της καθημερινότητας, ο οποίος στέκεται πάνω από τις αποφάσεις των μεγάλων της γης, «νικάει» την Ιστορία, τα κοινωνικοπολιτικά γεγονότα των ταραγμένων χρόνων της Ελλάδας.
***
Ο συγγραφέας ΠΑΥΛΟΣ ΚΑΓΙΟΣ γεννημένος το 1953 στην Αθήνα, σπούδασε σκηνοθεσία κινηματογράφου και δεν γράφει για πρώτη φορά. Έγραψε το πρώτο του διήγημα το 1971 που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κάλβος, το 1995 κυκλοφόρησε το πρώτο του μυθιστόρημα «Και ξαφνικά χιόνισε χρόνια», το 2000 το δεύτερο «Σε είδα να’ σαι αόρατος» και το 2004 το τρίτο, «Δεν
υπάρχει ελευθερία μακριά σου» (όλα από τις εκδόσεις Καστανιώτη). Από το 1984 μέχρι και σήμερα εργάζεται στο πολιτιστικό ρεπορτάζ της εφημερίδας «Τα Νέα».
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
- Κύριε Κάγιο, ποιοι είναι οι ήρωες του βιβλίου σας;
- Οι αφανείς, το πλήθος, οι άσημοι που ποτέ καμία κυβέρνηση δεν τους «άκουσε» και δεν τους αφουγκράστηκε. Είναι οι κυνηγημένοι αλλά και «ευλογημένοι» αυτού του τόπου που μόνοι, πεινασμένοι και ξεριζωμένοι δεν ξέχασαν τα ιδανικά της ψυχής τους. Όλοι αυτοί που δημιούργησαν την Ελλάδα των αφανών, των άσημων, των φτωχών. Αυτοί ήθελα να είναι η «φωνή» του βιβλίο μου».
Η Βάσω, η ηρωίδα του βιβλίου, μεγαλώνει σε χωριό της Καλαμάτας στα χρόνια του μεσοπολέμου, ο Θοδωράκης σε χωριό της Βορείου Ηπείρου. Μεγαλώνουν σε μια Ελλάδα που δεν ξέρει πού πατά, πού βρίσκεται και πού πηγαίνει… Το 1948 οι ζωές των ηρώων συναντιούνται τυχαία στην Αθήνα. Ο έρωτάς τους νικάει τον εμφύλιο διχασμό. Παντρεύονται. Βουτάνε, παλεύουν μαζί στη ζωή και αυτή χαράζει το νόημά της στο κορμί και στη ψυχή τους …
- Ποιοι είναι οι «εχθροί» του ερωτά τους;
- Πρόκειται για ένα έρωτα 55 χρόνων, που φέρνει στον κόσμο τρία παιδιά, κυνηγιέται από τους ισχυρούς αυτού του τόπου, δοκιμάζεται μέσα στην εφήμερη μικρότητα του εγωισμού, την πείνα, τα μετεμφυλιακά πέτρινα χρόνια, την απιστία, τους τσακωμούς, τα λάθη, τη συγγνώμη, την ανέχεια, τα γλέντια, το γέλιο και τη μεταπολεμική αισιοδοξία πως θα ξημερώσουν «καλύτερες μέρες»… Η αγάπη τους στέκεται πάνω από την Ιστορία. Έτσι επιζούν και σημερινοί φτωχοδιάβολοι, αφανείς, κυνηγημένοι. Όλα έρχονται και παρέρχονται, αλλά η αγάπη των δύο ηρώων παραμένει άσβηστη. Οι απλοί άνθρωποι και ο ερωτάς τους στέκεται πάνω από αυτούς που αποφασίζουν και «μοιράζουν» τη τύχη τους
- Διαβάζοντάς το, διαπιστώνουμε ότι κάτι περισσότερο θέλετε να «βγαίνει» από το μυθιστόρημά σας;
- Ναι. Να καταφέρουμε να δούμε την εικόνα μας, το χθες και το σήμερά μας, με τα μάτια της ψυχής μας, της προσωπικής αλήθειας μας. Βορειοηπειρώτης είναι ο ένας μόνο ήρωας. Η γυναίκα ηρωίδα, η Βάσω, είναι από την Καλαμάτα. Αυτή είναι που δεν θα διστάσει να αλλάξει την υπηκοότητά της και από ελληνική να πάρει αυτή του άντρα της, να την κάνει, δηλαδή, αλβανική στα τέλη του 1950! Γιατί; Για να μην τους χωρίσουν σε περίπτωση που απελάσουν τον άντρα της. Ο έρωτας πάνω από την Ιστορία. Η ζωή του ανώνυμου ανθρώπου πάνω από υπηκοότητα, ιθαγένεια, καταγωγές. Πάνω από τις πολιτικές εξελίξεις.
- Τι σχέση έχουν οι ήρωές σας με τους σημερινούς μετανάστες; Είναι κι αυτοί «φτωχοδιάβολοι»;
- Ναι. Πολλοί απ΄ αυτούς τους φτωχοδιάβολους είναι το αλάτι της γης, της ζωής. Αυτό που έχει σημασία είναι η μέσα σου υπόληψη, ότι δεν ξεπουλήθηκες, ότι δεν κάρφωσες, ότι κι όταν έσκυψες το κεφάλι, δεν προσκύνησε η ψυχή σου, δεν ξέχασες τα όνειρά σου.
- Ποια είναι η κινητήρια δύναμη της ζωής;
- Ο έρωτας και μόνο αυτός είναι η δύναμη της ζωής του ανθρώπου. Η αίσθηση, επίσης, του «είμαι ξένος και κυνηγημένος», σε κάνει να πατάς πολύ περισσότερα γκάζια για να διακριθείς, από ό,τι ένας νορμάλ άνθρωπος. Όλα αλλάζουν, αλλά η αγάπη των δύο ηρώων, που περνάει δια πυρός και σιδήρου τα κοινωνικοπολιτικά γεγονότα στην Ελλάδα –απ’ το μεσοπόλεμο μέχρι σήμερα- παραμένει άσβηστη.
- Μιας και το θίξαμε, τι άποψη έχετε για το μεταναστευτικό; - Είμαι γέννημα θρέμμα του κέντρου της Αθήνας. Στο Μεταξουργείο γεννήθηκα, στην Ομόνοια επέστρεψα γιατί αγαπάω αυτή τη πόλη που την κατέστρεψε η αντιπαροχή όλων των κυβερνήσεων που ήταν ξενόφερτες, δεν είχαν πολιτισμική συνείδηση της παράδοσης αυτού του τόπου. Σήμερα το μεταναστευτικό πρόβλημα έχει ξεφύγει από τον έλεγχο των κυβερνήσεων. Είναι πρόβλημα σε όλη την Ευρώπη. Όμως οι κυβερνήσεις της Δύσης που τους είχαν ανάγκη, τους άνοιξαν τις πόρτες, αλλά μπήκαν πολλοί και τώρα δεν ξέρουν πώς να τους αντιμετωπίσουν.
Η έκρηξη του σημερινού μεταναστευτικού κύματος είναι ντροπή για το ανθρώπινο γένος που δεν κατάφερε να χορτάσει τον κόσμο. Αυτή είναι και η μοναδική «παγκοσμιοποίηση». Η παγκοσμιοποίηση της φτώχειας. Τα 2/3 του πληθυσμού της γης να πεινάει. Και το άλλο 1/3 να είναι χορτάτο, αλλά να νιώθει μόνο του από την καλοπέραση και να φοβάται τους πεινασμένους να μην του πάρουν τα αγαθά…
- Με δυο λόγια, πως θα χαρακτηρίζατε το μυθιστόρημά σας; - Θα έλεγα πως είναι ένα «ιστορικό μυθιστόρημα αγάπης». Με πρωταγωνιστές τους ανθρώπους, τους οποίους στην καθημερινότητά τους, τους προσπερνάς και δεν τους «βλέπεις». Είναι οι αφανείς. Αυτοί οι «σοφοί αγράμματοι», που είναι παντός καιρού. Έτσι επιβιώνει και σήμερα η συντριπτική πλειοψηφία του κόσμου στη γη.
- Κύριε Κάγιο σας ευχαριστώ.
- Εγώ ευχαριστώ, κύριε Πολύδωρε, εσάς και την Αμαρυσία.
(Δημοσιεύτηκε στις 21/4/10)