Τετάρτη, 14 Ιουλίου 2010

Όταν έκλαψε ο Νίτσε

Με μερικά χρόνια καθυστέρηση, διάβασα στις διακοπές μου (στη Σκύρο, αν ενδιαφέρει) το βιβλίο «Όταν έκλαψε ο Νίτσε» που γράφτηκε από τον ψυχίατρο Irvin Yalom που εκδόθηκε το 1992 και έκανε τον ψυχίατρο γνωστό και στη χώρα μας μια δεκαετία αργότερα.
Έχοντας διαβάσει το 1995 το μυθιστόρημα «Ο κόσμος της Σοφίας» του Jostein Gaarder δεν μπορώ να πω ότι εντυπωσιάστηκα από την έξυπνη ομολογουμένως γραφή του ψυχίατρου. Όπως δεν είχα εντυπωσιαστεί και από την επίσης έξυπνη και ευρηματική γραφή αργότερα του δικού μας Δημήτρη Μπουραντά στο μυθιστόρημα «Όλα σου τα ‘μαθα μα ξέχασα μια λέξη». Είδατε κάτι συγκρίσεις που μπορούν να κάνουν μερικοί;
Γιατί δεν εντυπωσιάστηκα; Διότι στον «Κόσμο της Σοφίας» ο καθηγητής της Φιλοσοφίας γράφει ένα μυθιστόρημα με την υπόθεση του οποίου καταφέρνει να «διδάξει με απλά λόγια» όλες της θεωρίες της φιλοσοφίας μέχρι σήμερα και στο «Όλα σου τα ‘μαθα…», ο καθηγητής του Management, διδάσκει το μάνατζμεντ της καθημερινής ζωής μας. Έξυπνοι.
Για ποιο λόγο να εντυπωσιαστώ λοιπόν με τον κ. Yalom, ο οποίος ως ψυχίατρος, καταφέρνει με αυτό το μυθιστόρημα να προσεγγίσει και να διαφωτίσει τη σχέση της ψυχοθεραπείας με την υπαρξιακή φιλοσοφία. Γλαφυρή γραφή έχει, όπως και οι δύο προηγούμενοι, τολμά λοιπόν και αυτός ο καθηγητής και μπαίνει στον κατάλογο των συγγραφέων. Ξέχασα δε να αναφερθώ και στον Uberto Eco, ο οποίος και αυτός ως σημειολόγος κατάφερε να μας «δουλέψει» με τα σπάνια μεσαιωνικά χειρόγραφα του γνωστού μυθιστορήματος «Το όνομα του ρόδου». Αν διαβάσετε δε και το «Επιμύθιο στο Όνομα του Ρόδου», που κυκλοφόρησε αργότερα από τον ίδιο, θα μπορέσετε να διαπιστώσετε με τι ωραία «κόλπα», καταφέρνει να «κλέβει» το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Σα να έχουν σπουδάσει και οι τέσσερεις «δημιουργική γραφή».
Έτσι διάβασα από καθαρή περιέργεια το «Όταν έκλαψε ο Νίτσε», που είναι όπως προανέφερα, ένα έξυπνα γραμμένο μυθιστόρημα, που μας μεταφέρει στη Βιέννη του 19ου αιώνα.
Εκεί, ο εύπορος γιατρός Γιόζεφ Μπρόιερ, δέχεται μια επιστολή, όπου μια γυναίκα γράφει σε έντονο ύφος ότι πρέπει να τη βοηθήσει. Αφού συναντώνται, η δυναμική γυναίκα, ονόματι Λου Σαλομέ, του ζητά να γιατρέψει έναν φίλο της, καθηγητή φιλοσοφίας, από την κατάθλιψη και από την τάση να αυτοκτονήσει. Μόνο που ο ασθενής, δεν θα πρέπει να γνωρίζει περί τίνος πρόκειται, αλλά να θεωρεί πως ακολουθεί αγωγή για άλλους λόγους, όπως για τις ημικρανίες του.
Ο Μπρόιερ δέχεται να αναλάβει τον «παράξενο» ασθενή. Έτσι, δέχεται στο γραφείο του έναν άνθρωπο που εμφανισιακά δεν δείχνει με τίποτα ότι είναι το σπουδαίο πνεύμα που περιέγραψε η Σαλομέ. Όμως, από την πρώτη συνάντηση, ο Μπρόιερ υποτάσσεται στο πνεύμα του φιλόσοφου. Μετά τα πρώτα ραντεβού, ο Μπρόιερ κάθε μέρα συζητά με τον νεαρό μαθητευόμενό του, Ζίγκμουντ Φρόυντ, την ιδιάζουσα περίπτωση του ασθενούς.
Μη δυνάμενος να προσεγγίσει το πρόβλημα του Νίτσε, ο Μπρόιερ ζητά από αυτόν να κάνουν μια ανταλλαγή: Ο γιατρός θα κουράρει το σώμα του φιλόσοφου και ο φιλόσοφος θα απελευθερώσει το μυαλό του γιατρού από τις καταπιεσμένες σκέψεις του. Η δυνατή καθημερινή επαφή θα τους οδηγήσει σε μια τρομερά ενδιαφέρουσα συζήτηση, για το σώμα, το πνεύμα και την ψυχή του ανθρώπου.
Πιστεύω ότι η μεγάλη επιτυχία του βιβλίου στην Ελλάδα, βρίσκεται στο γεγονός ότι όλοι, λίγο πολύ, «χρειαζόμαστε ψυχίατρο» και στο βιβλίο αυτό βρήκαμε την παρηγοριά μας. Είδατε πόσοι συγκεντρώθηκαν να τον ακούσουν στο Μέγαρο Μουσικής… Σύμφωνα με τα ρεπορτάζ της εποχής, πάνω από 3.500 ακροατές και ο διακεκριμένος επιστήμονας έμεινε κατάπληκτος με τη λαοθάλασσα που αντίκρισε. «Στην Ολλανδία είχα 1.000 ακροατές περίπου, αλλά ήταν κυρίως άνθρωποι του χώρου. Δεν έχω ξαναδεί κάτι τέτοιο ποτέ στη ζωή μου», έλεγε κατασυγκινημένος στους διοργανωτές.