Κυριακή, 15 Μαΐου 2011

Τα παιδιά ενός άλλου θεού

Επιστρέφοντας από ένα γάμο σε γειτονική πόλη, ένας Κούρδος δημοσιογράφος, η σύζυγός του και τα τρία τους παιδιά – η Γκουλιστάν, ο Φιράτ και ο νεογέννητος αδερφός τους – πέφτουν σε ενέδρα τριών ενόπλων ανδρών, οι οποίοι εκτελούν εν ψυχρώ τους γονείς μπροστά στα έντρομα μάτια των παιδιών. Η θεία τους, μια ακτιβίστρια με έντονη δράση, αναλαμβάνει την κηδεμονία τους. Καθώς όμως ετοιμάζεται να τα πάρει μαζί της στη Σουηδία, όπου ζει ο παππούς τους, πέφτει θύμα απαγωγής από παραστρατιωτικούς, με αποτέλεσμα τα τρία αδέρφια να μείνουν ολομόναχα. Κι ενώ πλέον η καθημερινή διαβίωσή τους φαντάζει ολοένα και πιο δύσκολη, μια άστεγη νεαρά «μπασμένη» στα κόλπα και μία πόρνη με «χρυσή καρδιά», θα τους απλώσουν χέρι βοήθειας, παρέχοντάς τους τα εφόδια για να επιβιώσουν σε μια πόλη που βιώνει τη σκληρότητα της δεκαετίας του ’90 στην Τουρκία, όπου οι κουρδικές επαρχίες τέθηκαν σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης και τέθηκαν υπό στρατιωτική κατοχή, αν και στην ταινία δεν προσδιορίζεται επακριβώς ο χρόνος, για εκείνη την περίοδο, η Διεθνής Αμνηστία δηλώνει ότι περισσότεροι από 18.000 πολιτικά ενεργοί Κούρδοι και Τούρκοι πολίτες σκοτώθηκαν ή εξαφανίστηκαν.

«Τα Παιδιά Ενός Άλλου Θεού» είναι μια προσπάθεια να πέσει λίγο φως σε αυτό το σκοτεινό παρελθόν. Όπως λέει ο σκηνοθέτης, η υπόθεση βασίζεται σε κάποιες πραγματικές καταστάσεις, που έχουν συμβεί στο Ντιγιαρμπακίρ. «Υπάρχουν αμέτρητες περιπτώσεις, όπου δημοσιογράφοι ή πολιτικοί ακτιβιστές έχουν πυροβοληθεί από εγκληματικές ομάδες και τα παιδιά τους έχουν μείνει ορφανά, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις κατέληξαν στους δρόμους. Η ταινία σου δείχνει όμως μόνο ένα κομμάτι τού τι μπορείς να δεις αν κάνεις μια συνηθισμένη βόλτα στην πόλη αυτή. Η πραγματική ζωή είναι πιο σκληρή εκεί και τα παιδιά είναι πιο άγρια και χυδαία. Ο πόλεμος έχει στερήσει από τους ανθρώπους το μέλλον τους. Είναι κολλημένοι σε ένα χαοτικό τέλμα με ελάχιστες ευκαιρίες προόδου. Η πορνεία και ο εθισμός στα ναρκωτικά είναι ευρέως διαδεδομένα, ακόμη και ανάμεσα στα παιδιά. Πολλοί γονείς είναι ψυχολογικά κατεστραμμένοι σε τέτοιο σημείο, που συχνά ωθούνται να νοιάζονται πρωταρχικά για τους ίδιους τους εαυτούς τους. Οι πολιτικά συνειδητοποιημένοι γονείς παλεύουν για να κρατήσουν τα παιδιά τους μακριά από τους δρόμους», αναφέρει χαρακτηριστικά ο Μιράζ Μπεζάρ.

Η ταινία έχει γυριστεί εξ ολοκλήρου σε τοποθεσίες του Ντιγιαρμπακίρ, όπου και διαδραματίζεται η ιστορία. Είναι η μεγαλύτερη πόλη του τουρκικού Κουρδιστάν, μια πόλη που αναπτύχθηκε σε τοπική μητρόπολη μέσω της σταθερής συρροής εγχώριων προσφύγων από τις γύρω αγροτικές περιοχές. Κατά τη διάρκεια του πολέμου της δεκαετίας του '90, ο πληθυσμός της πόλης αυξήθηκε από 300.000 σε 1,5 εκατομμύριο κατοίκους. Αυτή η πόλη είναι γνωστή για την πλούσια κουλτούρα της και τις λαϊκές παραδόσεις της, έχει υπάρξει όμως και το επίκεντρο της παραστρατιωτικής αντιτρομοκρατικής δράσης, με αποκορύφωμα τις χιλιάδες περιπτώσεις απαγωγών και θανάτων Κούρδων ακτιβιστών.

Ο σκηνοθέτης Μιράζ Μπεζάρ, ο οποίος έχει αποσπάσει στο παρελθόν ποικίλες διακρίσεις για τις μικρού μήκους δουλειές του, πραγματοποιεί το μεγάλου μήκους σκηνοθετικό και σεναριακό ντεμπούτο του με μια ταινία που θυμίζει ιταλικό νεορεαλισμό και έχει ένα μεγάλο ατού. Τις θαυμάσιες ερμηνείες από τους ερασιτέχνες, ανήλικους πρωταγωνιστές του. Ιδιαίτερα δε από τη 10χρονη Σενάι Οράκ με τα μεγάλα, εκφραστικότατα καστανά μάτια και τις «κραυγαλέες» σιωπές της, η οποία στηρίζει ουσιαστικά όλη την ταινία. Αποφεύγοντας τους περιττούς μελοδραματισμούς, κρατώντας ιδιαίτερα χαμηλούς τους τόνους και προσθέτοντας κάποιες ελάχιστες πινελιές χιούμορ, όπου έκρινε σκόπιμο, ο κουρδικής καταγωγής 38χρονος δημιουργός κερδίζει σε επίπεδο ρεαλισμού, πετυχαίνοντας έτσι να επικεντρώσει την προσοχή των θεατών, στην εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ιστορία του, ούτως ώστε οι όποιες τεχνικές ατέλειες να περνούν σε δεύτερη μοίρα.

«Τα παιδιά ενός άλλου θεού», δεν είναι μόνον μια καταγγελτική, αποκαλυπτική ταινία, μιας συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου, αλλά και ένα ψυχογράφημα στην εξέλιξη του παιδικού ψυχισμού. Στη διαμόρφωση του παιδικού χαρακτήρα, που σημαδεύει την υπόλοιπη ζωή του ατόμου, κάτω από σκληρές συνθήκες. Τέλος, αναδεικνύει και τις έντονες κοινωνικές αντιθέσεις της γειτονικής μας χώρας, παρ’ όλο που δεν προσδιορίζει ακριβώς το χρόνο των όσων διαδραματίζονται. Από τη μία, βλέπουμε κακόφημες γειτονιές που μαραζώνουν μέσα στην ανέχεια και από την άλλη προνομιούχες αστικές συνοικίες, οι κάτοικοι των οποίων ζουν άνετα, αδιαφορώντας πλήρως για τους καταπιεσμένους Κούρδους συμπολίτες τους.

Σκηνοθεσία: Μιράζ Μπεζάρ
Παίζουν: Σενάι Οράκ, Μοχάμεντ Αλ, Χακάν Καρσάκ, Σουζάν Ιλίρ, Μπεριβάν Αγιάζ
(Διανομή Odeon)