Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2011

Μεσάνυχτα στο Παρίσι

Με το που αρχίζει η ταινία, ο Γούντι Άλεν σε βομβαρδίζει με ωραίες εικόνες του Παρισιού επενδεδυμένες με κλασσική μουσική και ρομαντική διάθεση. Εικόνες πρωινές, απογευματινές ή βραδινές, που αμέσως σε προδιαθέτουν για το τι θα επακολουθήσει και αυτό που έρχεται στη συνέχεια, είναι μια συνεχής αναδρομή στην κουλτούρα και στην ατμόσφαιρα του Παρισιού των αρχών του 20ού αιώνα.
Κι όμως βρισκόμαστε στο 2011, όταν δύο ζευγάρια φτάνουν στο Παρίσι για δουλειές και αναψυχή. Πρόκειται για τους μελλόνυμφους Ζιλ και Ινέζ (που υποδύονται αντίστοιχα ο Όουεν Γουίλσον και η Ρέιτσελ Μακ Άνταμς) και τους γονείς της Ινέζ, τον πατέρα της Τζον (Kερτ Φούλερ), και τη μητέρα της ‘Ελεν (Μίμι Κένεντι).
Ο Τζον είναι ένας συντηρητικός επιχειρηματίας που έχει έρθει στο Παρίσι για να οριστικοποιήσει μια σημαντική συμφωνία και ο οποίος δεν κάνει καμία προσπάθεια να κρύψει την αποδοκιμασία του για τον Ζιλ, τον οποίο δεν θεωρεί καλό γαμπρό, αφού η συνεχής ενασχόληση του Ζιλ με το μυθιστόρημα που γράφει, αντί για το προσοδοφόρο επάγγελμα του σεναριογράφου που τον περιμένει στο Λος Άντζελες, τον κάνει να φαίνεται επιπόλαιος.
Ο Ζιλ, από την άλλη, ενώ είχε για πρότυπα Αμερικανούς συγγραφείς όπως ο Χέμινγουεϊ και ο Φιτζέραλντ και ήθελε να ακολουθήσει τη δική τους συγγραφική «παράδοση», κάπου βγήκε από αυτό το μονοπάτι και ανακάλυψε ότι είχε ταλέντο στο να γράφει σενάρια, συνηθίζοντας έτσι σε μια καλά αμειβόμενη ρουτίνα, στην οποία ωστόσο δεν αισθανόταν και πολύ άνετα.
Κάπου, οι δρόμοι γαμπρού και πεθερικών δεν ταιριάζουν και μέσα σε όλα η άφιξη στο Παρίσι ξυπνάει στον Ζιλ τις λογοτεχνικές του φιλοδοξίες και όνειρα, τα οποία από το πρώτο κιόλας βράδυ, που αποφασίζει να κάνει μια βόλτα μόνος στο Παρίσι και χάνεται, τα πραγματοποιεί.
Ζει δηλαδή, τις ψευδαισθήσεις του με ένα τρόπο που μόνον ο Γούντι Άλεν θα μπορούσε να δημιουργήσει, έχοντας την προηγούμενη εμπειρία του από το έργο «Το πορφυρό ρόδο του Καΐρου» (στο οποίο ο πρωταγωνιστής μιας ταινίας βγαίνει από την οθόνη του σινεμά και περιπλανιέται στους δρόμους του Λος Άντζελες).
Με τον ίδιο ευρηματικό τρόπο και ο Ζιλ, αρχίζει τις μεταμεσονύκτιες περιπλανήσεις του στο Παρίσι των αρχών του 20ού αιώνα. Μαζί του και μια γνωριμία, η Αντριάνα (την υποδύεται η Μαριόν Κοτιγιάρ), μία όμορφη και επίδοξη σχεδιάστρια μόδας, ερωμένη και μούσα μίας σειράς γνωστών καλλιτεχνών, η οποία έχει και αυτή την τάση να λατρεύει κάθε τι παλιό και ρομαντικό. Στο μεταμεσονύκτιο διάβα τους, θα έχουν την ευκαιρία να συναντήσουν όλους όσους σκιαγράφησαν την παρισινή κουλτούρα των αρχών του προηγούμενου αιώνα (μεταξύ των οποίων ο Νταλί, ο Τουλούζ Λοτρέκ, οι αγαπημένοι του Ζιλ συγγραφείς, Χέμινγουεϊ και Φιτζέραλντ αλλά και άλλοι πολλοί).
Η ρετρό φωτογραφία και η αντίστοιχη μουσική, αγγίζουν τον ρομαντικό θεατή, ενώ το πέρασμα του φακού από γνωστά σημεία του Παρισιού (το βιβλιοπωλείο Shakespeare & Co., η αίθουσα με τους καθρέπτες στις Βερσαλίες, οι κήποι του Μονέ στο Ζιβερνί, το Μουσείο Οrangerie, το μουσείο Rodin, το μουσείο Arts Forains, η ανοιχτή αγορά Paul Bert, ο δρόμος Montagne St. Genevieve, η πλατεία Jean XXXIII μπροστά από την Παναγία των Παρισίων, η πλατεία Dauphin, η προκυμαία Quai de la Tournelle με τα υπαίθρια βιβλιοπωλεία, η γέφυρα Alexandre III, καθώς και τα εστιατόρια Le Grand Véfour, Les Lyonnais, και Lapérouse), ξυπνούν ρομαντικές και αισθαντικές αναμνήσεις και εξάπτουν την φαντασία ακόμα και όσων δεν έχουν επισκεφθεί ποτέ την Πόλη του Φωτός.
Ας σημειώσω εδώ, ότι ανάμεσα στους ηθοποιούς βλέπουμε και την κυρία Κάρλα Μπρούνι – Σαρκοζί να υποδύεται μια ξεναγό, που βοηθά τον Ζιλ να μάθει κάποια πράγματα παραπάνω για την πόλη.
Συνοπτικά, ο Γούντι Άλεν έχει κάνει την απόλυτα ρομαντική και αισιόδοξη ταινία, με φόντο μια πόλη που έχει αγαπήσει, μέσα από ένα πραγματικά ασυνήθιστο ταξίδι του ήρωά του. Ένα ταξίδι μαγικό.
Είναι μια ταινία που αξίζει να δει κανείς και να αντιληφθεί ότι καμιά φορά οι αυταπάτες μπορεί να φαίνονται όμορφες, αλλά όπως και ο Ζιλ καταλαβαίνει προς το τέλος της ταινίας, είναι καλύτερα να ζει χωρίς αυτές και να προσπαθεί να βρει την ισορροπία με τον εαυτό του και να συνειδητοποιεί ότι η ικανοποίηση, η ευτυχία και η πνευματική ηρεμία που χρειάζεται για να τα βγάλει πέρα στη ζωή είναι μέσα του.