Παρασκευή, 9 Αυγούστου 2013

Περί τυφλότητος (Blindness)

Την Κυριακή 11 Αυγούστου 2013 και 40 λεπτά μετά τα μεσάνυχτα, ο τηλεοπτικός σταθμός ΑΝΤ1 θα προβάλλει την ταινία «Περί τυφλότητος» σε σκηνοθεσία Φερνάντο Μερέγιες. Ένα εξαιρετικό μελλοντολογικό θρίλερ, που είναι ταυτόχρονα και μια επίκαιρη κοινωνική αλληγορία, βασισμένο στο μυθιστόρημα του βραβευμένου με Νόμπελ συγγραφέα Ζοζέ Σαραμάγκου. Παρόλο που η ώρα προβολής για ένα τέτοιο φιλμ είναι τελείως ακατάλληλη, για τους πραγματικούς φίλους του κινηματογράφου, θα υπενθυμίσω αυτά που είχα γράψει στην εφημερίδα Αμαρυσία στις 18/10/2008, με αφορμή την προβολή της ταινίας στους κινηματογράφους και θα προτρέψω τους φίλους του blog να το δουν στην τηλεόραση:
Βασισμένη στο γνωστό βιβλίο του Ζοζέ Σαραμάγκου, η ταινία είναι ένα αριστούργημα σκηνοθετικό και θα εξηγηθώ αμέσως. Όταν σε μια πόλη όλοι τυφλώνονται, με ποιο τρόπο θα αποδώσει ο σκηνοθέτης τις υποκειμενικές λήψεις; Ακούει ο τυφλός ένα θόρυβο δεξιά του και στρέφει το κεφάλι. Αμέσως η κάμερα πρέπει να μας δείξει τι βλέπει για να καταλάβουμε τι γίνεται. Τι να δείξει όμως, αφού ο ήρωας δεν βλέπει; Αν μας δείξει, παύει να είναι «υποκειμενική» η λήψη και γίνεται «αντικειμενική». Όταν όμως υπάρχει συνεχής αντικειμενική λήψη, παύει να υπάρχει σασπένς, αφού εμείς πάντα γνωρίζουμε τι συμβαίνει, ενώ οι ήρωες της ταινίας όχι και έτσι έχουμε μια διαρκή «τραγική ειρωνεία». Με αυτό τον τρόπο όμως καταλήγουμε σε μια ταινία - αίνιγμα. Υπάρχει το δράμα των ανθρώπων αυτών, υπάρχει η κοινωνική εξαχρείωση, που λέει και ο Σαραμάγκου για το βιβλίο του, και το μόνο που απομένει είναι: «Άντε να τελειώνουμε να δούμε τι θα απογίνει...».


Τέτοιου είδους όμως αγωνία και κοινωνική εξαχρείωση είχαμε και στα «Παιδιά των ανθρώπων» του Αλφόνσο Κουαρόν με τον Κλάιβ Όουεν, αλλά και στην «Ομίχλη» του Φρανκ Ντάραμποντ, όπου όλοι οι ήρωες κλείνονται μέσα σ' ένα σουπερμάρκετ, από το οποίο όποιος βγαίνει τρώγεται από τα τέρατα και «άντε να δούμε πώς θα γλιτώσει ο πρωταγωνιστής». Ο Μερέγες όμως δεν είναι Ντάραμποντ και φυσικά δεν σκηνοθετεί πολύχρωμα ένα σοβαροφανές βιβλίο του Στέφεν Κινγκ, αλλά μια αλληγορική διατριβή του Σαραμάγκου. Έτσι, στην αφήγησή του παρεμβάλει φωτεινά - γαλακτερά πλάνα, όπως περιγράφουν ότι αισθάνονται οι τυφλοί ήρωες, ενώ οι περισσότερες σκηνές διαδραματίζονται βράδυ, ώστε ο θεατής να έχει πραγματική δυσκολία στην ανάγνωση του φιλμ. Μια σκοτάδι, μια έντονο φως, κουράζεσαι και τότε σκέφτεσαι πόσο οδυνηρό είναι να μην έχεις την όρασή σου και να πρέπει να επιβιώσεις. Τότε σκέφτεσαι και μέχρι που μπορείς να φτάσεις για να το πετύχεις.


Πάμε στην ταινία τώρα και πρέπει να ομολογήσω ότι το βιβλίο δεν το έχω διαβάσει, γνωρίζω όμως τι έχει πει ο Σαραμάγκου πριν το δώσει για ταινία: «Είναι ένα βίαιο βιβλίο για την κοινωνική εξαχρείωση. ∆εν ήθελα να πέσει σε λάθος χέρια». Αν όμως πέσει σε λάθος θεατή, ή σε αιρετικό κριτικό;


Ας δούμε την υπόθεση με λίγες φράσεις: Σε μια άγνωστη πόλη ξαφνικά αρχίζουν όλοι να τυφλώνονται. Η κυβέρνηση αμέσως παίρνει μέτρα, με τον στρατό σε πρώτο πλάνο. Απομονώνει τους «άρρωστους» σε ένα τρισάθλιο σανατόριο. Εκεί, σε τακτά διαστήματα τους πετάει τρόφιμα και τους αφήνει στην τύχη τους. Ανάμεσά τους και η πρωταγωνίστρια. Η γυναίκα ενός γιατρού, που δεν έχει χτυπηθεί από την αρρώστια, βλέπει και υποδύεται την τυφλή για να βοηθήσει τον άντρα της. Έτσι αρχίζει να κάνει κουμάντο στην πτέρυγά της. Έχει όμως ένα δύσκολο αντίπαλο, ανάμεσα στους τυφλούς της άλλης πτέρυγας. Έναν εκ γενετής τυφλό, που «ξέρει να βλέπει», οπλοφορεί και θέλει κι αυτός να κάνει κουμάντο. Να μη σας περιγράψω τη σύγκρουση και τα εξ αυτής αποτελέσματα. Με τρεις λέξεις: Homo homini lupus, όπως έλεγαν οι αρχαίοι Λατίνοι (Ο άνθρωπος φέρεται στον άνθρωπο σα λύκος).


Το θέμα της ταινίας τώρα, όπως το είδα εγώ; Η Γυναίκα. Αυτό το πανίσχυρο πλάσμα και φορέας της ζωής (και του θανάτου, όταν γίνει λέαινα). Στην αρχή της ταινίας, πάει με τον άντρα της να τον βοηθήσει. Ο αντρικός του εγωισμός την απωθεί, εκείνη επιμένει, παίρνει πρωτοβουλίες, ξέρει ότι είναι απαραίτητη. Βλέπει τον άντρα της να κάνει έρωτα με μια άλλη τυφλή και δεν τους θυμώνει. Ξέρει ότι τη χρειάζονται και οι δύο. ∆είχνει θεϊκή μεγαλοθυμία. Αργότερα, αντιμετωπίζει τον εκ γενετής τυφλό, που γίνεται επικίνδυνος. Οδηγεί σε πόλεμο τις δύο πτέρυγες του σανατόριου και θα τον κερδίσει, με το πλεονέκτημα της όρασης. Θα προσπαθήσει να σώσει τους δικούς της. Μετατρέπεται σε λέαινα που βγαίνει κυνήγι και φέρνει τροφή στην οικογένειά της. Η γυναίκα αυτή αντιλαμβάνεται την ευθύνη της σταδιακά, πρώτα απέναντι στον εαυτό της, μετά απέναντι στον άντρα της, μετά στην οικογένειά της και έπειτα απέναντι στον κόσμο συνολικά, στον οποίο οφείλει να δημιουργήσει έναν νέο πολιτισμό. Ε, δεν θα σας πω και το τέλος... ∆είτε την ταινία οπωσδήποτε.


Η Τζούλιαν Μουρ κάνει μια καταπληκτική ερμηνεία, χωρίς να υστερούν και οι συμπρωταγωνιστές, ο Μαρκ Ράφαλο (σύζυγος), ο Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάρ (εκ γενετής τυφλός) και ο Ντάνι Γκλόβερ, ο μαύρος αφηγητής.