Πέμπτη, 3 Ιουλίου 2014

Το τρίτο πρόσωπο - Third person

Υπόθεση: Ρώμη, Παρίσι, Νέα Υόρκη. Τρεις πόλεις, τρεις έρωτες Μετά την αποτυχημένη προσπάθειά του να εκδώσει το βιβλίο του, ο Μάικλ, ταξιδεύει στο Παρίσι για να σκεφτεί τη ζωή του, αφήνοντας τη σύζυγο του, Ελέιν, πίσω στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Σον βρίσκεται να τριγυρίζει στους δρόμους της Ρώμης καταλήγοντας να κάνει παρέα με μια τσιγγάνα σε ένα μπαρ. Ο Ρικ ζει σε ένα αριστοκρατικό σπίτι της Νέας Υόρκης, μαζί με τον γιο του από τον προηγούμενο του γάμο και τη νέα του κοπέλα. Τρείς αλληλένδετες ιστορίες αγάπης, οι οποίες μπορεί να απέχουν χιλιόμετρα μεταξύ τους αλλά που σταδιακά θα αποκαλύψουν από ένα μυστικό, αποδεικνύοντας την πολυπλοκότητα της ζωής.
Κριτική: Μετά την επιτυχία του «Crash», αυτή τη φορά ο Πολ Χάγκις δεν μου πρόσφερε τη χαρά που περίμενα.
Το σενάριο διαθέτει τρεις ιστορίες με κύριο θέμα σε πρώτο επίπεδο την εμπιστοσύνη. Αυτό το στοιχείο, που θα πρέπει να υπάρχει στις στενές σχέσεις μεταξύ δύο προσώπων και το οποίο στο «Τρίτο πρόσωπο» πάσχει.
Ο Λίαμ Νίσον ως επιτυχημένος συγγραφέας απατά τη γυναίκα του με την προστατευομένη του. Ο Άντριαν Μπρόντι βρίσκει μια κοπέλα που αν και δεν την εμπιστεύεται τη βοηθά και εκείνη παρά τη βοήθεια αργεί να τον εμπιστευθεί και ο Τζέιμς Φράνκο προσπαθεί να πείσει δικηγόρο και δικαστήριο, ότι η γυναίκα του παιδιού του είναι αναξιόπιστη και δεν πρέπει να αναλάβει τη φροντίδα του.
Η ταινία, κυλάει με τα επεισόδια να αλληλοδιαδέχονται το ένα το άλλο με αργό ρυθμό και το διαφημιζόμενο πάθος δεν υπάρχει πουθενά. Τα ζευγάρια ακόμα και αυτά που θεωρείται ότι ταιριάζουν, δεν έχουν καλή χημεία. Σε κάποιο σημείο αρχίζεις να βαριέσαι, όταν διαπιστώνεις ότι οι ιστορίες αρχίζουν να διασταυρώνονται, αλλά χωρίς στο τέλος να συγκλίνουν. Πολύ φασαρία για το τίποτα, δηλαδή.
Ο Λίαμ Νίσον ύστερα από 2–3 περιπέτειες, είναι έκπληξη που πρωταγωνιστεί σε δράμα και δεν τα πάει άσχημα. Ο Άντριαν Μπρόντι, αρκετά καλός στο ρόλο του μυστηριώδη κεφαλαιοκράτη που σκορπάει τα λεφτά του για μια μετανάστρια, στην οποία ανακαλύπτει δυνάμεις χαρακτήρα που ο ίδιος δεν κατέχει και ο Τζέιμς Φράνκο δεν είναι κακός στο ρόλο του ψευτοπαλικαρά πατέρα που ψεύδεται για να αποσπάσει το γιο από τη μάνα του.
Οι γυναίκες από την άλλη, έχουν πιο εύκολους ρόλους, επειδή υποδύονται αυτό που ξέρουν να κάνουν καλύτερα από τους άντρες: να έχουν ανασφάλειες, υστερίες και εκλάμψεις. Η Ολίβια Ουάιλντ δεν ξέρει τι θέλει από τον Λίαμ Νίσον. Η Μόραν Ατίας βγάζει έξοχα το λάδι του Άντριαν Μπρόντι μέχρι να τον εμπιστευθεί, αλλά ξέρει τι θέλει και η Κιμ Μπάσιντζερ μιλάει στο τηλέφωνο που είναι και ο πιο εύκολος ρόλος. Α, υπάρχει και η Μαρία Μπέλο με το ταγεράκι της δικηγόρου, να προσπαθεί να βοηθήσει τη Μίλα Κούνις να αποκτήσει την επιμέλεια του παιδιού της.
Το πώς γίνεται να συμπέσουν οι ιστορίες, ειδικά αυτή της Νέας Υόρκης με αυτή της Ρώμης, μόνον ο σκηνοθέτης ξέρει, διότι ο θεατής μπορεί να έχει αρχίσει να κουράζεται και να δυσκολεύεται να βγάλει συμπεράσματα.
Το μόνο που αξίζει, όπως είπε και ένας φίλος, είναι ότι δίνεται η ευκαιρία να απολαύσεις τοπία από τρεις πρωτεύουσες, μέσα από την ωραία φωτογραφία του Gianfilippo Corticelli.
Σκηνοθεσία: Πολ Χάγκις
Με τους: Τζέιμς Φράνκο, Μίλα Κούνις, Ολίβια Ουάιλντ, Λίαμ Νίσον, Κιμ Μπέισινγκερ, Έιντριεν Μπρόντι, Μαρία Μπέλο
Προβάλλεται από 3/7/14
(Κριτική μου στο myFilm)