Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2015

"Η τελευταία νύχτα" του Γιάννη Μαρή

Ολοκλήρωσα το μυθιστόρημα «Η τελευταία νύχτα» του Γιάννη Μαρή, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Άγρα σε μέγεθος τσέπης (320 σελίδες). Το διάβασα γοητευμένος, όπως άλλωστε έχω διαβάσει και τα άλλα 25 μυθιστορήματά του, που έχω στη βιβλιοθήκη μου.
Έχει μια ιδιαίτερη γοητεία η Αθήνα του 1961, όπως περιγράφεται στις σελίδες του, παρά το γεγονός ότι είναι από τα πρώτα του και δεν έχει αυτή την ωριμότητα, που αποπνέουν τα μεταγενέστερά του. Αυτό, είχε δημοσιευτεί σε 106 συνέχειες στην Απογευματινή το 1961-1962 (κυκλοφορεί για πρώτη φορά σε βιβλίο με τις πρωτότυπες εικόνες του Μ. Γάλλια) και τα κεφάλαιά του αποτελούνται από κάθε μια από αυτές. Μικρά και περιεκτικά, χωρίς μεγάλες αναλυτικές περιγραφές, παρά μόνον όπου απαιτείται για να «προσανατολιστεί» ο αναγνώστης.
Το μυθιστόρημα, διαθέτει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά, που συνοψίζουν τη λογοτεχνική σφραγίδα του Γιάννη Μαρή: υπάρχει ο φόνος, όπως υπάρχει και ο πρωταγωνιστής που μπλέκει άθελά του στην υπόθεση. Διαθέτει μοιραία γυναίκα, την οποία συμπαθεί ο πρωταγωνιστής (που είναι και ο αφηγητής της ιστορίας), όπως υπάρχει επίσης και ο υποβόσκων ερωτισμός. Οι υποψίες, που βαραίνουν τη μοιραία γυναίκα δεν απουσιάζουν, αλλά και οι ενδείξεις ότι μπορεί να είναι αθώα ισορροπούν την πλάστιγγα που κρατάει ο πρωταγωνιστής, που θέλει και προσπαθεί να αποδείξει την αθωότητά της. 
Τέλος, είναι και ο αστυνόμος Μπέκας που εμφανίζεται στη μέση σχεδόν του μυθιστορήματος και ο κόσμος του: το κέντρο της Αθήνας, οι συνοικίες της και ο Πειραιάς. Καμπαρέ, στριπτηζάδικα, εμπόριο λευκής σαρκός και ναρκωτικά, πολυτελή διαμερίσματα, προσφυγικά χαμόσπιτα, γκαρσονιέρες. Αξιοπρεπείς μεγαλοαστοί και υπόκοσμος και εκβιαστές. 
Ένα ωραίο μυθιστόρημα και όχι μόνο για την παραλία, αλλά και για κάποιες βραδιές με αεράκι, στο απάγκιο της βεράντας, κάτω από το αμυδρό φως ενός λαμπατέρ. Ίσως και με ένα ποτήρι δροσερό κόκκινο κρασί στο πλάι. Οι μέρες το απαιτούν. Και ένα καλό βιβλίο δεν θεωρείται πολυτέλεια, αλλά ανάγκη.