Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2015

Το μυστήριο του κίτρινου δωματίου

Γράφτηκε γύρω στο 1907, από τον Γκαστόν Λερού (το συγγραφέα του διάσημου «Το φάντασμα της όπερας» που έχει γίνει μιούζικαλ και ταινίες). Αναφέρομαι στο μυθιστόρημα «Το μυστήριο του κίτρινου δωματίου» (εκδόσεις Διόπτρα), μια ιστορία από αυτές που αποκαλούνται «αστυνομικές μυστηρίου κλειδωμένου δωματίου» και όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, πρόκειται για περιπτώσεις όπου ένα έγκλημα τελείται σε ένα χώρο που είναι σφραγισμένος από μέσα και εκ πρώτης όψεως φαίνεται αδύνατο να έχει διαφύγει ο δολοφόνος.
Στο «κίτρινο δωμάτιο» του πύργου (Σατό Ντε Γκλαντιέ) του κυρίου Στάγκερσον, συμβαίνει ακριβώς αυτό, μόνον που ο δολοφόνος δεν κατάφερε να σκοτώσει τελικά το θύμα του, την κόρη του κ. Στάγκερσον, αλλά το άφησε αναίσθητο έτσι που όταν συνήλθε δεν ήταν σε θέση να περιγράψει τι ακριβώς είχε συμβεί.
Τι ακριβώς συνέβη; Μας το εξηγεί το οπισθόφυλλο του βιβλίου: «Μετά από μία κοπιαστική ημέρα σημαντικών επιστημονικών πειραμάτων, η δεσποινίς Στάνγκερσον είχε μόλις αποσυρθεί στο υπνοδωμάτιό της. Ξαφνικά, άρχισαν να ακούγονται από μέσα ήχοι πάλης, αγωνιώδεις κραυγές, εκκλήσεις για βοήθεια και πυροβολισμοί. Όταν η κλειδωμένη της πόρτα υποχωρεί στα χτυπήματα του πατέρα της και ενός υπηρέτη, η Ματίλντ βρίσκεται πεσμένη στο πάτωμα, σοβαρά τραυματισμένη και γεμάτη αίματα. Κανείς άλλος δεν βρίσκεται στο δωμάτιο. Δεν υπάρχει απολύτως καμία άλλη έξοδος, και το μοναδικό παράθυρο του Κίτρινου Δωματίου είναι ασφαλισμένο από μέσα».
Βρισκόμαστε λοιπόν στο 1892 και την υπόθεση αναλαμβάνει η αστυνομία, αλλά και ένας νεαρός δημοσιογράφος, ο Ζοζέφ Ρουλεταμπίλ, ο οποίος θα είναι ήρωας και σε μεταγενέστερα μυθιστορήματα του Γκαστόν Λερού. Ο Ρουλεταμπίλ με επαγωγικούς ή απαγωγικούς συλλογισμούς και επιχειρήματα προσπαθεί να λύσει το πρόβλημα, ανταγωνιζόμενος τον επιθεωρητή Φρεντερίκ Λαρσάν, που εμφανίζεται από το συγγραφέα ως λιγότερο έξυπνος .
Η ιστορία διαθέτει πλειάδα υπόπτων, από τον μνηστήρα της δεσποινίδας Ματίλντ, μέχρι τον κηπουρό του πύργου και φυσικά πολλά ερωτηματικά, άλλα των οποίων βρίσκουν άμεσες απαντήσεις και άλλα απαντώνται σταδιακά, ώστε να διατηρείται αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη.
Η αφήγηση είναι στρωτή χάρη και στη μετάφραση του Βαγγέλη Γιαννίση, ο οποίος κατορθώνει να δώσει μια νοσταλγία στην ατμόσφαιρα, χρησιμοποιώντας καθαρεύουσα όπου χρειάζεται, ώστε να αποδίδεται το κλίμα της εποχής του τέλους του 19ου αιώνα. Πρόκειται για ένα αρκετά καλό αστυνομικό μυθιστόρημα, που θεωρείται κλασσικό στο είδος του.