Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2016

Ο κυρ-Αντώνης

Κάθε πρωί εγερτήριο στις τρεις. Πλύσιμο στα γρήγορα και ξύρισμα με ξυραφάκι Άστορ στην αρχή, Γουίλκινσονς αργότερα. Πάντα με κρύο νερό βρύσης, δεν υπήρχε η πολυτέλεια του θερμοσίφωνα εκείνο τον καιρό. Ύστερα ένα ποτήρι γάλα, κρύο κι αυτό και μετά ένα γρήγορο ντύσιμο. Άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο με βροχή και υγρασία και χειμώνα με χιονόνερο και χιόνι, κάθε πρωί αυτή η δουλειά. Εγερτήριο στις τρεις τα ξημερώματα, πλύσιμο στα γρήγορα και ξύρισμα πάντα με κρύο νερό, ένα ποτήρι γάλα, ντύσιμο και αναχώρηση.  
Ύστερα, η επιστροφή το απόγευμα γύρω στις τρεις με τέσσερις, ανάλογα με το τιράζ και τη διανομή, ενώ όταν υπήρχε «παράρτημα» (εκείνη την εποχή έβγαιναν έκτακτες εκδόσεις για να καλύψουν τα έκτακτα γεγονότα), τότε η επιστροφή του στο σπίτι καθυστερούσε. Τότε γύριζε οκτώ, ή εννέα το βράδυ. Να φάει στα γρήγορα κάτι, να χαλαρώσει λίγο, πίνοντας απαραιτήτως και λίγο κρασί και μετά… ύπνο. Έπρεπε να σηκωθεί στις τρεις βλέπεις.
Αυτή η δουλειά κράτησε 39 χρόνια, 11 μήνες και 26 ημέρες. Ύστερα βγήκε στη σύνταξη. Θα είχε βγει νωρίτερα, αλλά ήθελα να σπουδάσω. «Άκου να δεις», μου είπε μια μέρα εκεί που καθόμαστε στο απογευματινό τραπέζι. Τρώγαμε οικογενειακά, βλέπεις.
«Ακούω να δω», τον ειρωνεύτηκα για την αντίφαση, αλλά δεν έδωσε σημασία. Δεν του άρεσε να τον διορθώνουν, αλλά για μένα καμάρωνε, που είχα πάει σχολείο ενώ εκείνος είχε έρθει από το χωριό του (Περιβόλια, Ολυμπίας) σε ηλικία 10 ετών και άρα χωρίς γράμματα. «Άκου να δεις. Είμαι σε ηλικία για σύνταξη και εσύ τελειώνεις το γυμνάσιο. Αν θέλεις να σπουδάσεις, δεν θέλω να σπουδάζεις και να εργάζεσαι. Θα παραμείνω για όσα χρόνια χρειάζεσαι, άλλα τέσσερα απ’ ότι έμαθα. Οπότε, αποφασίζεις. Ή σπουδάζεις και μένω τέσσερα χρόνια ακόμα, ή πιάνεις δουλειά στο Πρακτορείο και βγαίνω στη σύνταξη».
Το Πρακτορείο, ήταν η δουλειά του. Πλήρης τίτλος: Πρακτορείο Εφημερίδων Αθηναϊκού Τύπου και Μεγάλο Αφεντικό: ο Παρασκευάς Χριστοδουλόπουλος. Με αυτόν θα μιλούσε για τη δική μου επιλογή. Είχα ήδη αποφασίσει για Πάντειο Ανωτάτη Σχολή Πολιτικών Επιστημών, με την ελπίδα ότι θα ίδρυε τμήμα Δημοσιογραφίας (όπως προέβλεπε το ιδρυτικό της), το οποίο όσο σπούδαζα δεν έγινε ποτέ και έτσι μελετούσα μόνος μου για δημοσιογράφος σπουδάζοντας πολιτικές επιστήμες και δημόσια διοίκηση. Πέντε χρόνια. 
Έτσι ο κυρ-Αντώνης δούλεψε ακριβώς πέντε χρόνια παραπάνω για να τελειώσω τις σπουδές μου. Ο πατέρας μου. Αυτός ο μεγάλος άνθρωπος, που είχε έρθει σε ηλικία 10 χρονών από το χωριό και είχε μάθει γράμματα μόνος του στο μεγάλο σχολείο του πεζοδρομίου. Και τι πεζοδρομίου. Από την οδό Μενάνδρου στην Αθήνα που έμεναν αρχικά με τη μητέρα μου (και εκεί γεννήθηκα), στην οδό Σωκράτους που ήταν το Πρακτορείο Εφημερίδων και στην οδό Χρήστου Λαδά που ήταν τα γραφεία και το τυπογραφείο της εφημερίδας ΤΑ ΝΕΑ. Διότι, υπάλληλος του Πρακτορείου ήταν, αλλά το πρακτορείο που διεκπεραίωνε τη διανομή των αθηναϊκών εντύπων, τον είχε τοποθετήσει στα ΝΕΑ.
Εκεί τον έζησα, από τον καιρό που είχα αρχίσει να καταλαβαίνω τον εαυτό μου και τον κόσμο γύρω μου. Στη Σωκράτους πήγαινε στις τρεις τα ξημερώματα που έφευγε και από εκεί έπαιρνε τις καταστάσεις με τα ονόματα των εφημεριδοπωλών για να πάει στη Χρ. Λαδά, στο τυπογραφείο των ΝΕΩΝ, να δει τις μηχανές να ξεκινούν, να μετράει τα φύλλα και κατά τις 11.30 να αρχίσει να τα μοιράζει στους εφημεριδοπώλες ό,τι τους αναλογούσε και ανάλογα με την περιοχή που δούλευαν. Διότι, άλλη κυκλοφορία είχαν ΤΑ ΝΕΑ στο Ψυχικό και τη Φιλοθέη και άλλη στο Κερατσίνι και τη Δραπετσώνα και «δεν έπρεπε ο κύριος Λαμπράκης να χάνει χαρτί από άσκοπες επιστροφές απούλητων φύλλων στις αριστοκρατικές συνοικίες». Πράγμα που εκτιμούσε ο εκδότης «κύριος Λαμπράκης» και του έδινε αρνί το Πάσχα και γαλοπούλα τα Χριστούγεννα και το «κάτι τι του» το καλοκαίρι να πάει η γυναίκα και το παιδί για μπάνια στη Ραφήνα με την υπεραστική συγκοινωνία. Ο ίδιος είχε μόνο μια αργία το χρόνο. Την Πρωτομαγιά. Μόνο τότε δεν έβγαιναν εφημερίδες. Όχι όπως σήμερα.
Αυτός ήταν ο κυρ-Αντώνης, όπως τον φώναζαν όλοι στην τότε Αθήνα, από τη Σωκράτους μέχρι τη Λαδά και μέσα από τη Βαρβάκειο Αγορά, που τη διέσχιζε το πρωί και ψώνιζε κάνοντας νοήματα και χειρονομίες στους εμπόρους, ώστε να του έχουν έτοιμες το απόγευμα τις τσάντες με τα τρόφιμα (κρέατα, ψάρια, λαχανικά και τυριά), ώστε να τις κουβαλάει με το τραίνο στο Μαρούσι. Αυτός ήταν ο πατέρας μου. 
Ο κυρ-Αντώνης, όπως τον φώναζαν και οι συμμαθητές μου, που έρχονταν στο σπίτι και μιλούσαν μαζί του πριν αρχίσουμε τα επιτραπέζια παιχνίδια μας (ξέρεις τώρα, Γκρινιάρης, Φιδάκι, Τρίλιζα και Σκάκι μεγαλώνοντας). «Έχεις πολύ μορφωμένο πατέρα», μου είπαν στο τέλος μιας κουβέντας μαζί του και όταν τους εξήγησα ότι δεν είχε πάει σχολείο, έμειναν με ανοιχτό το στόμα. Η μόρφωσή του, προερχόταν από τα πεζοδρόμια και από το διάβασμα των εφημερίδων του Συγκροτήματος, αλλά και της «Ακροπόλεως», της «Εστίας» της «Βραδυνής» και άλλων που κυκλοφορούσαν από το Πρακτορείο και τις έφερνε «δωρεάν» στο σπίτι και πάνω σ’ αυτές ξεκίνησα κι εγώ την πρώτη μου ανάγνωση και γραφή, πριν πάω σχολείο. Διότι, ναι μεν δούλευε από τρεις τα ξημερώματα μέχρι τρεις το απόγευμα, αλλά είχε και χρόνο να μου αφιερώνει. 
Αυτός ήταν ο κυρ-Αντώνης, ο πατέρας μου, που είχε χρόνο να «τρέχει» και τον καλοκαιρινό κινηματογράφο ΡΕΞ στο Μαρούσι, μαζί με το μικρότερο αδερφό του Δημήτρη, ο οποίος ήταν μηχανικός προβολής στο ΠΑΝΘΕΟΝ της Αθήνας το χειμώνα και δεν ήθελε να κάθεται το καλοκαίρι. Ήταν συνεταίρος του στο ΡΕΞ όχι μόνον στο κεφάλαιο της επιχείρησης, αλλά κάθε βράδυ, καθόταν και στην είσοδο «να κόβει τα εισιτήρια» υπό το άγρυπνο βλέμμα του εφοριακού-ελεγκτού και του αστυνομικού (με πολιτικά) του τμήματος Ηθών, που φρόντιζε να μην περνούν στα «Ακατάλληλα» οι ανήλικοι.
Αυτός ήταν ο πατέρας μου ο κυρ-Αντώνης (1904 – 1977), εν ολίγοις. Διότι έτσι που το ξεκίνησα σήμερα 17 Ιανουαρίου, που ήταν η ονομαστική του γιορτή, μπορεί να γράψω βιβλίο. Διότι είχε ιστορίες ο άνθρωπος. Παιδί της πιάτσας, βλέπεις.
(Η φωτογραφία με τους εφημεριδοπώλες που τρέχουν, έξω από το τυπογραφείο της εφημερίδας ΤΑ ΝΕΑ στη Χρήστου Λαδά, είναι από το «Λεύκωμα - Η Ελλάδα του μόχθου 1900-1960 - Συλλογή Ν. Πολίτη»)