Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016

Μια εμπειρία

«Καλά. Στη θέση του οδηγού θα καθίσω;»
Ο δάσκαλος καθόταν στη θέση του συνοδηγού, μέσα στο Όπελ Καντέτ, που είχε το λεβιέ ταχυτήτων στο τιμόνι και τρεις ταχύτητες όλες κι όλες.
«Εμ, πού ήθελες; Πώς θα μάθεις, αν οδηγώ εγώ και συ κοιτάζεις;», μου απάντησε, τρεις το απόγευμα, τέτοια μέρα του Ιανουαρίου του 1976 και ενώ το χιονόνερο μαστίγωνε το πρόσωπό μου. 
Έτσι πέρασα στη θέση του οδηγού και πατώντας αμπραγιάζ, έβαλα «πρώτη» με το δεξί μου χέρι και ξεκινήσαμε κατηφορίζοντας την οδό Κοιμήσεως Θεοτόκου. Στη διασταύρωση με την οδό Μητροπόλεως, έκανα δεξιά με τις οδηγίες του και βγήκαμε στην πλατεία Κασταλίας.
«Προς τα πάνω», μου είπε επιτακτικά.
Σε πολύ λίγο είχαμε βγει στη λεωφόρο Κηφισίας και ανηφορίζαμε προς Κηφισιά, οπότε ενστικτωδώς έβαλα «τρίτη» και επιτάχυνα πατώντας ελαφρά το γκάζι (διάβαζα πολύ το περιοδικό «4Τροχοί» τότε και ήμουν καταρτισμένος, θεωρητικά τουλάχιστον).
«Α, βλέπω ότι έβαλες τελική!», ειρωνεύτηκε τρυφερά ο δάσκαλος, που έβλεπε ανήσυχος ότι έτρεχα με την ιλιγγιώδη ταχύτητα των 55-60 χλμ την ώρα. Το θέμα του δεν ήταν βέβαια η μεγάλη ταχύτητα , αλλά το χιονόνερο που έδινε τη θέση του σε μικρές νιφάδες χιονιού, που πάγωναν στο οδόστρωμα. Ενστικτωδώς πάλι, κατέβασα ταχύτητα, έβαλα «δευτέρα» και συνέχισα έτσι μέχρι… πού νομίζετε; Μέχρι τη Σταμάτα.
Η διαδρομή δεν ήταν εύκολη. Έπρεπε να κοιτάζω μπροστά, να ρίχνω ματιές στους καθρέφτες, να αλλάζω ταχύτητα στους καθαριστήρες του παρπρίζ και να προσέχω («μη σφίγγεις το τιμόνι»), ώστε να «μη μου φύγει» το αυτοκίνητο.
Στη Σταμάτα είχε πολύ χιόνι. Φαίνεται ότι χιόνιζε από το πρωί. Η κατάσταση μου άρεσε και έκανα δυο τρεις γύρους παραπάνω στην κεντρική πλατεία, που ήταν έρημη εκείνη την απογευματινή ώρα. Είχα μάλιστα, μισάνοιχτο το παράθυρο του οδηγού για να ακούω το φρέσκο χιόνι να τρίζει κάτω από τα λάστιχα του Όπελ.
«Επιστρέφουμε», μου είπε μετά από λίγο ο λιγομίλητος δάσκαλος και χωρίς αντίρρηση πήρα το δρόμο της επιστροφής. Το χιόνι είχε αρχίσει να πέφτει πιο πυκνό και όταν περάσαμε το Ζηρίνειο πρόσεξα ότι το έστρωνε. Με υπόδειξή του, προσπέρασα τα Σχολεία, έφτασα στη διασταύρωση Πεντέλης και έκανα δεξιά στη Μητροπόλεως.
«Σταμάτα στα δεξιά του δρόμου», μου είπε ο δάσκαλος όταν φτάσαμε στην εκκλησία, «μπορείς να πας με τα πόδια στο σπίτι».
«Και βέβαια μπορώ. Αλλά τι; Τελειώσαμε;» ρώτησα συνεπαρμένος.
«Κάναμε περισσότερο από μια ώρα. Στην κάνω δώρο, γιατί ήσουν προσεκτικός παρά το ότι απολάμβανες το χιόνι. Αύριο την ίδια ώρα, λοιπόν. Μη μας πιάσει το σκοτάδι».
Τον ευχαρίστησα και βγήκα από το Όπελ, ενώ αυτός γλιστρούσε στη θέση του οδηγού, χωρίς να βγει έξω. Βλέπετε, το κάθισμα ήταν μονοκόμματο σαν τριθέσιος καναπές, μιας και το λεβιέ ταχυτήτων ήταν στο τιμόνι.
Τον παρακολούθησα για λίγο να φεύγει χωρίς να μαρσάρει πολύ και ύστερα ξεκίνησα προς το σπίτι κοιτάζοντας ψηλά το ρολόι της εκκλησίας. Ήταν πράγματι τέσσερις και μισή η ώρα. Άρχιζε να σκοτεινιάζει (δεν είχαμε χειμερινή/θερινή ώρα τότε) και ενώ το χιόνι έπεφτε πυκνότερο, εγώ παρακαλούσα μέσα μου να χιονίζει και στο δεύτερο μάθημα.