Τετάρτη, 4 Μαΐου 2016

Βάλε ένα φύλακα

Το Δεκέμβριο του 2015 έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο «Βάλε ένα φύλακα» της Harper Lee από τις εκδόσεις Bell. Ήταν ένας πειρασμός για μένα, που γύρω στο 1985 –πάλι σε Bell- είχα διαβάσει το προηγούμενό της «Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια», που τότε έφερε άλλο τίτλο (Ακάνθινο στεφάνι), αλλά το θυμόμουν, διότι το είχα δει στον κινηματογράφο με πρωταγωνιστή τον Γκρέγκορι Πεκ με άλλο τίτλο επίσης (Σκιές στη σιωπή) και μου είχε μείνει αξέχαστο.
Παρόλο που είχα διαβάσει το «Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια» και το είχα δει ταινία, αποφάσισα να το ξαναδιαβάσω πριν ξεκινήσω το καινούργιο της, του οποίου την επιτυχία δεν πρόλαβε να χαρεί η Harper Lee, αφού λίγες μέρες μετά την κυκλοφορία του πέθανε σχεδόν μαζί με τον Ουμπέρτο Έκο. Έτσι πριν λίγες μέρες τελείωσα και τα δυο βιβλία τα οποία είναι δυνατά, βαθιά συγκινητικά και απολύτως επίκαιρα για το ρατσισμό, τα ανθρώπινα δικαιώματα και την ευθύνη της προσωπικής επιλογής.
Στο πρώτο, μέσα από τα παιδικά μάτια της Σκάουτ και του Τζεμ Φιντς, η Harper Lee εξερευνά με εντιμότητα και αστείρευτο χιούμορ τον παραλογισμό της στάσης των ενηλίκων, απέναντι στις φυλετικές και κοινωνικές διακρίσεις στον Αμερικανικό Νότο της δεκαετίας του '30. 
Τα δυο αδέρφια παρακολουθούν με δέος τον πατέρα τους Άττικους, να υπερασπίζεται έναν μαύρο νεαρό που κατηγορείται ότι βίασε ένα λευκό κορίτσι στο φαινομενικά γαλήνιο και ειρηνικό Μέικομπ της Αλαμπάμα, το οποίο όμως είναι στην πραγματικότητα βουτηγμένο στην προκατάληψη, τη βία και την υποκρισία. 
Στο δεύτερο, η Σκάουτ, νεαρή γυναίκα πλέον, επιστρέφει από τη Νέα Υόρκη στο Μέικομπ για να επισκεφτεί τον πατέρα της, Άτικους, γεμάτη γλυκόπικρες αναμνήσεις που την κατακλύζουν με την άφιξή της εκεί. Αλλά η επίσκεψή της παίρνει μια απρόβλεπτη τροπή, όταν ανακαλύπτει ορισμένες άβολες αλήθειες για τους αγαπημένους της ανθρώπους και όλες οι αξίες και τα πιστεύω της τίθενται ξαφνικά υπό αμφισβήτηση.
Το «Βάλε ένα φύλακα» θεωρώ ότι είναι απαραίτητο πλέον, για μια ολοκληρωμένη κατανόηση του έργου της Harper Lee, καθώς δεν επιβεβαιώνει μόνο το διαχρονικό μεγαλείο του «Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια», αλλά λειτουργεί ως το απόλυτο συμπλήρωμά του, προσδίδοντας νέο βάθος και νόημα στο προηγούμενο, που θεωρήθηκε ως ένα από τα αξιολογότερα έργα της σύγχρονης λογοτεχνίας, που απεικονίζει αδρά τη δεκαετία του 1950, μια εποχή μεγάλων κοινωνικών εντάσεων για την Αμερική,