Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016

Σταθμός Έντεκα

Το μυθιστόρημα «Σταθμός Έντεκα» της Emily St. John Mandel (των εκδόσεων Ίκαρος σε μετάφραση Βάσιας Τζανακάρη) σε πρώτο επίπεδο θα μπορούσαμε να το κατατάξουμε στα μετα-αποκαλυπτικά του είδους της επιστημονικής φαντασίας, αφού διαδραματίζεται ως επί το πλείστον σε έναν κατεστραμμένο Καναδά, σε μια γη που δεν έχει καμία σχέση με αυτή που γνωρίζουμε. Σε δεύτερο επίπεδο όμως, το μυθιστόρημα είναι μια ελεγεία για την Τέχνη και τη διαχρονικότητά της, για τους δημιουργούς και τους καλλιτέχνες και την «τρέλα» τους, που σημαδεύει τον πολιτισμό μας και επιβιώνει όχι μόνον μέσα από τη μνήμη των ανθρώπων, αλλά και μέσα από κάθε αντικείμενο που σε φυσιολογικούς καιρούς θεωρείται «ασήμαντο» ή «αυτονόητο» ως ύπαρξη.
Το μυθιστόρημα, ξεκινάει με μια παράσταση του Βασιλιά Ληρ, που δίνεται κατά τη διάρκεια μιας χιονισμένης νύχτας στο Τορόντο του Καναδά, όπου ο ηθοποιός που τον υποδύεται ο Άρθουρ Λιάντερ, παθαίνει καρδιακή προσβολή. Τότε, ο Τζίβαν Σόντρι, ένας νεαρός παπαράτσι που σπουδάζει νοσηλευτική και βρίσκεται στο κοινό σπεύδει να βοηθήσει, υπό το βλέμμα μιας οχτάχρονης ηθοποιού, της Κίρστεν Ρεϊμόντ. Όμως παρά τις προσπάθειές του, ο ηθοποιός καταλήγει νεκρός. Ο Τζίβαν γυρίζει σπίτι διασχίζοντας το χιονισμένο Τορόντο και πληροφορείται ότι έχει ξεσπάσει μια θανατηφόρα γρίπη που εξαπλώνεται ραγδαία. Αποφασίζει, έτσι, να οχυρωθεί στο διαμέρισμα του αδερφού του, σε ένα ουρανοξύστη.
Είκοσι χρόνια αργότερα, η Κίρστεν είναι ηθοποιός στην Περιπλανώμενη Συμφωνία, μια ομάδα ηθοποιών και μουσικών που ταξιδεύει στους οικισμούς του αλλαγμένου πια κόσμου, ανεβάζοντας Σαίξπηρ και παίζοντας μουσική. Τα μέλη της ομάδας περιγράφονται από τη συγγραφέα με βάση το όργανο που παίζει ο καθένας ή με βάση το ρόλο του σε βασικά έργα του Σαίξπηρ.
Η συγγραφέας με ενάργεια περιγράφει τη ζωή του Τζίβαν και της Κίρστεν παράλληλα. Μια ζωή που είναι ένας καθημερινός αγώνας επιβίωσης, καθώς οι αναμνήσεις τους μπλέκονται επώδυνα με τη νέα τους πραγματικότητα, ενώ το κακό μπορεί να καραδοκεί παντού. Στις αναμνήσεις τους, περιλαμβάνονται και οι τελευταίες μέρες του Άρθουρ και του φίλου του Κλαρκ, μαζί ή χωριστά και άλλων που τους περιστοίχιζαν. Ένα κουβάρι ανθρώπων με διαφορετικά χαρακτηριστικά και πιστεύω, ξετυλίγεται από τη συγγραφέα με χρονικές αναδρομές πίσω στο χρόνο, που μας δίνουν την ευκαιρία να εκτιμήσουμε το παρόν, μέσα από ένα ενδεχόμενο σκοτεινό μέλλον, ενώ οι αναφορές σε κλασσικούς συγγραφείς και στα έργα τους, μας αποκαλύπτει τη διαχρονικότητα της τέχνης.
Το μυθιστόρημα δεν είναι γραμμένο με ύφος που καταθλίβει τον αναγνώστη, παρόλο που στο οπισθόφυλλο χαρακτηρίζεται ως «δυστοπικό». Είναι μεν υποβλητικό, χάρη στην περιγραφή του κατεστραμμένου κόσμου, των κτηρίων και των αντικειμένων που έχει κατασκευάσει ο άνθρωπος για να διευκολύνει τη ζωή του, αλλά η γραφή της Emily St. John Mandel, αποπνέει μια αισιοδοξία, αφήνει μια χαραμάδα φωτός, με το γεγονός ότι ο άνθρωπος μπορεί να αποκτά νέα δύναμη κάτω από αντίξοες συνθήκες.