10 βιβλία... καθοριστικά

Επειδή οι λίστες είναι πολύ της μόδας και κάθε σοβαρό έντυπο έχει τουλάχιστον ένα σοβαρό συντάκτη που αναλαμβάνει να εξομολογηθεί τις προτιμήσεις του σε λίστες (τα 10 καλύτερα βιβλία, οι 10 καλύτερες ταινίες, οι 10 καλύτερες παραστάσεις, τα 10 καλύτερα σουβλάκια της Αθήνας κλπ), ορίστε λοιπόν τα 10 βιβλία που κρατάω στη μνήμη μου από τα τόσα που έχω διαβάσει, με χρονολογική σειρά ανάγνωσης και τα οποία παραθέτω όχι για να σας επηρεάσω να τα διαβάσετε και σεις. Απλά, τα παραθέτω (διατηρώντας την ορθογραφία και την προφορά των ξένων ονομάτων, όπως ίσχυε την εποχή που κυκλοφόρησαν) και εσείς θα κρίνετε.
* * *
1. «Κόμης Δράκουλας, ο βρυκόλακας των Καρπαθίων» του Άμπραχαμ Στόουκερ. Το διάβασα όταν ήμουν 12 ετών, στο χωριό της μάνας μου κατά τη διάρκεια καλοκαιρινών διακοπών. Το βρήκα κρυμμένο κάτω από ένα στρώμα (προφανώς το είχε διαβάσει κάποιο από τα μεγαλύτερα ξαδέρφια μου) και με έλκυσε κυρίως το γεγονός ότι ήταν γραμμένο σαν ημερολόγιο. Μου πήρε μια βδομάδα και ξενύχτια τρόμου για να το διαβάσω ολόκληρο. Η υπόθεση είναι πασίγνωστη και μη σας την περιγράφω. Μου άρεσε τόσο, που όταν -πολύ αργότερα- παίχτηκε η ταινία με τον Κρίστοφερ Λη σ’ ένα κινηματογράφο στο Μαρούσι, σκαρφάλωσα στη μάντρα του να τη δω (διότι είχα συνηθίσει ως τζαμπατζής από τον κινηματογράφο του πατέρα μου).
2. «Ο Μάγκας» της Πηνελόπης Δέλτα. Ήταν δώρο της νονάς μου, η οποία με ήθελε καλλιεργημένο μη γνωρίζοντας ότι ήδη είχα κάνει έναρξη με άλλο είδος. Ο Μάγκας είναι ένα κουτάβι που μεγαλώνει στο σπίτι μιας οικογένειας Ελλήνων της Αιγύπτου την εποχή των Βαλκανικών Πολέμων. Είναι ο κεντρικός ήρωας και αφηγητής μιας ιστορίας, όπου η τρυφερότητα συναγωνίζεται τη σκληρότητα της εποχής. Το διάβασα επειδή μου άρεσε η ιδέα της αφήγησης από ένα σκύλο. Μετά από τον προηγούμενο ήρωα, που έπινε το αίμα των άλλων για να ζήσει, το να διαβάζω τις περιγραφές ενός σκύλου για μια ταραχώδη εποχή όπως εκείνη των Βαλκανικών Πολέμων ήταν λιγότερο απόκοσμο, για την ηλικία μου.
3.«Animal Farm» του George Orwell (Penguin Modern Classics, 1963). Το διάβασα για τις εξετάσεις απόκτησης του Lower του Cambridge University και μου άρεσε, επειδή έδειχνε πόσο στραβά μπορούν να πάνε οι λαϊκές επαναστάσεις, των οποίων οι ηγέτες υιοθετούν συνθήματα τόσο ρευστά («Όλα τα ζώα είναι ίσα»), ώστε να μεταβάλλονται εύκολα («Όλα τα ζώα είναι ίσα, αλλά μερικά ζώα είναι πιο ίσα από τα άλλα») και να μπερδεύουν τον απλό λαό τους. Δεν θα ξεχάσω το τέλος του βιβλίου, όπου τα ηγετικά γουρούνια έπρεπε αναγκαστικά να υπογράψουν συνθήκες (τουλάχιστον εμπορικές) με τον έξω κόσμο και διοργανώνουν σύσκεψη με τους ανθρώπους, αλλά γίνεται τέτοιος καυγάς, ώστε «δεν μπορείς να ξεχωρίσεις τα γουρούνια από τους ανθρώπους», όπως λέει ο γαϊδαράκος που παρακολουθεί κρυφά τη σύσκεψη. Το πιάσατε το υπονοούμενο.
4. «Nineteen Eighty-Four» του George Orwell (Penguin Modern Classics, 1972). Το γνωστό «1984» που το διάβασα σχεδόν ταυτόχρονα με το προηγούμενο, επειδή μου άρεσε η υπόθεσή του, όπως παρουσιαζόταν στο τέλος του «Animal Farm», ανάμεσα στα έργα του ιδίου. Σ’ αυτό, η Επανάσταση έχει πετύχει και στο μέλλον, εν έτει 1984 το Κόμμα κυβερνά με τέσσερα Υπουργεία: το Υπουργείο Ειρήνης που κηρύσσει τους πολέμους, το Υπουργείο Αγάπης που τηρεί Τάξη και Ασφάλεια με την Αστυνομία Σκέψης, το Υπουργείο Αφθονίας που φροντίζει για τις μόνιμες ελλείψεις της αγοράς και το Υπουργείο Αλήθειας που κάνει την προπαγάνδα. Πώς να μη το διαβάσω, ύστερα από τέτοια παρουσίαση. Το θεώρησα και το θεωρώ ακόμα συγκλονιστικό. Μετά από αυτό, χάρισα το «Μάγκα» σε ένα μικρότερο ξάδερφό μου, έχοντας αγαπήσει την αλληγορική και την επιστημονική φαντασία.
5. «Dr. No» του Ian Fleming (Pan Books, 1964). Το διάβασα την ίδια χρονιά με το «Nineteen Eighty-Four», επειδή το είδα στα ράφια του βιβλιοπωλείου Σαμούχου στην Αθήνα και είχε προηγηθεί η ταινία με το Σην Κόννερυ, που με είχε συναρπάσει και από τότε έγινα fan του Τζέημς Μποντ (του βρετανού μυστικού πράκτορα με το δικαίωμα να σκοτώνει), αγοράζοντας τα αγγλόφωνα βιβλία φυσικά, τους δίσκους βινυλίου με τα film soundtracks και πολύ αργότερα τα επίσημα dvd με τα πρόσθετα από τα γυρίσματα. Η υπέροχη γραφή του Ίαν Φλέμινγκ με έκανε να αγαπήσω τη σειρά και τον ήρωα και ταυτόχρονα να αρχίσω να διαβάζω Τζων Λε Καρέ, του οποίου οι κατασκοπευτικές ιστορίες ήταν πιο σοφιστικέ. Είχα αρχίσει να ωριμάζω.
6. «The hidden persuaders» του Vance Packard (Pelican Books, 1967). Αυτό το διάβασα στο τέταρτο έτος των Πολιτικών Επιστημών και διαπίστωσα ότι από το 1957 που είχε εκδοθεί για πρώτη φορά, οι Αμερικανοί είχαν κάνει επιστήμη το πώς να πείθεται ο άνθρωπος, όχι μόνο ως «καταναλωτής» για το τι θα αγοράζει, αλλά και ως «δημοκρατικός πολίτης» για το τι θα ψηφίζει. Έγινα αμερικανόφιλος. Μου θύμιζαν άλλωστε και κάποια πρόσωπα από το «1984» του Όργουελ, (βλέπε πιο πάνω), χρονιά που την έβλεπα να πλησιάζει -στην κυριολεξία- με απαισιόδοξες προοπτικές.
7. «Οι Επικυρίαρχοι» ή «Το τέλος της παιδικής ηλικίας» του Άρθουρ Κλαρκ (ΒΙΠΕΡ, 1971). Μυθιστόρημα ενός μαιτρ της επιστημονικής φαντασίας, με πρωταγωνιστές μια φυλή ανώτερη τεχνολογικά από τους γήινους, η οποία εγκαθίσταται εναέρια πάνω από τη Γη και με τον τρόπο της προσπαθεί να κάνει τους ανθρώπους καλύτερους. Αμ δε. Το οπισθόφυλλο του βιβλίου έγραφε τότε: «50 χρόνια είναι αρκετά για ν’ αλλάξη ένας κόσμος και οι κάτοικοί του, τόσο που να είναι αγνώριστοι. Τα μόνα που χρειάζονται, είναι μια καλή γνώση της κοινωνικής μηχανικής, μια καθαρή εικόνα του σκοπού που επιδιώκεται - και δύναμη. Όλα αυτά τα είχαν οι Επικυρίαρχοι. Αν και ο σκοπός τους ήταν κρυφός, η γνώση τους ήταν ολοφάνερη - το ίδιο και η δύναμή τους». Με τέτοιο οπισθόφυλλο και έχοντας προηγηθεί το «The hidden persuaders», πώς να μη διαβάσεις αυτό το μυθιστόρημα με τις βαθιές αναζητήσεις και τις αμφιβολίες του απέναντι στα καθιερωμένα; 
8. «Ο άνθρωπος στο ψηλό κάστρο» του Φίλιπ Ντικ (Εξάντας, 1978). Ο διάσημος συγγραφέας με τις εμμονές  στους «εναλλακτικούς κόσμους» και στα «μηχανικά ομοιώματα», μας μεταφέρει στις ΗΠΑ σε μια εποχή μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τον οποίο έχει κερδίσει ο Άξονας (Γερμανών – Ιαπώνων). Σ’ αυτόν τον τελείως ανάποδο για τον αναγνώστη κόσμο, υπάρχει ένας συγγραφέας κάπου στα Βραχώδη Όρη, ο οποίος έχει γράψει ένα δημοφιλές βιβλίο που έχει απαγορευτεί και διαδίδεται χέρι-χέρι, επειδή σ’ αυτό περιγράφει ένα κόσμο στον οποίο τον Β’ Π. Π.  κέρδισαν οι Σύμμαχοι… Αλληγορία και κοινωνικο-πολιτικός σχολιασμός με ένα τρόπο που μόνον ο Φίλιπ Ντικ μπορεί να κάνει. Για τους αμύητους, σε διηγήματά του έχουν βασιστεί οι ταινίες «Blade Runner» του Ρίντλεϋ Σκοτ και «Ολική επαναφορά» του Πωλ Βερχόφεν.
9. «Κήνσορες και θεράποντες» του Ουμπέρτο Έκο (Γνώση, 1987). Σειρά δοκιμίων του Ιταλού διανοητή, που αποδοκιμάστηκαν, αλλά και επιδοκιμάστηκαν. Ουσιαστικά είναι αφιερωμένα στους κάθε είδους τιμητές (censores), κριτικούς και στον τρόπο που «διαβάζουν» ή θα όφειλαν να «διαβάζουν» το αντικείμενό τους, το θέμα τους. Πέραν του απλού τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίζει επιστημονικά θέματα ο Έκο, μου άρεσε και από το γεγονός ότι είχε κι αυτός διαβάσει το βιβλίο «I persuatori occulti» του Vance Packard (βλέπε πιο πάνω) και τον επικαλείτο ερμηνεύοντας τη «στρατηγική του πόθου». 
Ο Packard έγραφε 32 χρόνια πριν τον Έκο: «Αν ο μέσος άνθρωπος ονειρεύεται να φαίνεται μυστικοπαθής και ανδροπρεπής, εμφανίστε τα τσιγάρα Τάδε και σε πρώτο πλάνο ένα τριχωτό χέρι με τατουάζ. Αν όμως διαδοθεί ότι ένα πολύ βαρύ τσιγάρο προκαλεί καρκίνο, τότε το ίδιο προϊόν θα παρουσιαστεί  σε ένα μακρύ και λεπτό γυναικείο χέρι και θα συστήνεται για την ελαφράδα του. Το κοινό της μαζικής κοινωνίας έχει ασταθή μνήμη και εύκολους πόθους». Καταλάβατε; 
Στα κεφάλαια του βιβλίου του Έκο, υπάγονται η κουλτούρα και η δομή της κακογουστιάς (του κιτς), ο μύθος του Σούπερμαν, σημειώσεις για την τηλεόραση, για το καταναλωτικό τραγούδι, τη μηχανική παραγωγή τόσο της «καταναλωτικής» μουσικής, όσο και της «σοβαρής» και άλλα πολλά που συνεχίστηκαν και στο επόμενο βιβλίο του «Ο υπεράνθρωπος των μαζών». 
10. «Τεχνοπώλιο» του Νιλ Πόστμαν (εκδ. Καστανιώτη, 1997). Μια μελέτη του διάσημου αμερικανού καθηγητή Πολιτισμού και Επικοινωνίας, περί της «υποταγής του πολιτισμού στην τεχνολογία», όπως είναι και ο υπότιτλος του βιβλίου. Ο Νιλ Πόστμαν, με δυο λόγια ισχυρίζεται ότι η τηλεόραση διαφθείρει τον δυτικό πολιτισμό, διότι φθείρει τον γραπτό λόγο, τον καθιστά υποδεέστερο στη συνήθεια της έκφρασης, με καταστρεπτικά αποτελέσματα για τις νεότερες γενιές. Για σκεφτείτε το λίγο. 
Πιστεύει, επίσης, ότι όσοι θεωρούν πως το Internet και οι νέες interactive τεχνολογίες συνεισφέρουν στην ενίσχυση των δημοκρατικών θεσμών έχουν λάθος, ενώ θεωρεί ότι το παλαιότερο ρητό του Μάρσαλ Μακ Λιούαν, που το είχα σαν ευαγγέλιο όταν σπούδαζα «Το μέσο είναι το μήνυμα», διευρύνεται και φθάνει στο σημείο να υποστηρίζει ότι τα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης έχουν καταστεί το πραγματικό «όπιο» των λαών. 
Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μελέτη, η οποία συνεχίστηκε στο «Η πυξίδα του μέλλοντος - Πως το παρελθόν μπορεί να βελτιώσει το μέλλον μας», που κυκλοφόρησε το 2002 (Καστανιώτης), στο οποίο πολύ απλά και κατανοητά εξηγεί πως μπορούμε να ισορροπήσουμε ανάμεσα στο νου και στη μηχανή. Προς το τέλος του βιβλίου, έχει ένα παράρτημα «Για την προέλευση της παιδικής ηλικίας και γιατί αυτή εξαφανίζεται», στο οποίο τεκμηριώνει το γεγονός ότι «η παιδική ηλικία είναι μια κοινωνική κατασκευή και όχι βιολογική κατηγορία». Τώρα που βλέπω στα σήριαλ της τηλεόρασης (ελληνικά και ξένα) όλα εκείνα τα μικρομέγαλα που εμφανίζονται πιο έξυπνα και λογικά από τους μεγάλους, του δίνω λίγο δίκιο. Το βιβλίο αυτό με ανάγκασε να επιστρέψω στους «Επικυρίαρχους» του Κλαρκ (βλ. πιο πάνω), να ανακαλύψω πόσο προφητικός ήταν τότε, όταν μιλούσε για το τέλος της παιδικής ηλικίας.
(Δημοσιεύτηκε στην Αμαρυσία 26/8/2014)