Ο ΣΠΥΡΟΣ ΛΟΥΗΣ ΣΤΟ ΣΙΝΕΜΑ

Οι πρώτοι Ολυμπιακοί Αγώνες, γνωστοί ως Θερινοί Ολυμπιακοί Αγώνες 1896, διοργανώθηκαν στην Αθήνα από τις 6 Απριλίου έως τις 15 Απριλίου1896. Σύμφωνα με την ιστορία, το 1894 σε συνέδριο που οργάνωσε ο βαρόνος Πιερ ντε Κουμπερτέν στο Παρίσι, ιδρύθηκε η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή και αποφασίστηκε η αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων. Έπειτα από πρόταση του Έλληνα εκπροσώπου Δημητρίου Βικέλα, ως τόπος διεξαγωγής των ορίστηκε η Αθήνα. Αν και ο αριθμός των αθλητών που πήραν μέρος ήταν μικρός, παρόλα αυτά η συμμετοχή ήταν η μεγαλύτερη μέχρι τότε σε αθλητική διοργάνωση. Οι Αγώνες είχαν μεγάλη επιτυχία και υπήρξε μεγάλη συμμετοχή του ελληνικού κοινού, ενώ η σημαντικότερη στιγμή για τους Έλληνες, ήταν η νίκη στο Μαραθώνιο Δρόμο (στις 10 Απριλίου) από τον αξέχαστο Μαρουσιώτη Σπύρο Λούη.
Απ’ όσα τυχαίνει να γνωρίζουμε, ο κινηματογράφος (ελληνικός και ξένος) δεν ασχολήθηκε ποτέ αποκλειστικά με τον Σπύρο Λούη, εκτός βέβαια από ένα ντοκιμαντέρ του Γιάννη Σμαραγδή (παραγωγής 2004 του Δήμου Αμαρουσίου, με πρωτοβουλία του τότε δημάρχου Παναγιώτη Τζανίκου), το οποίο γυρίστηκε με αφορμή τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας, στο πλαίσιο του προγράμματος Ειρήνης και Πολιτισμού 2004 του Δήμου Αμαρουσίου.

«Σπύρος Λούης» του Γιάννη Σμαραγδή

Η ταινία αυτή, πήρε το πρώτο βραβείο του Διεθνούς Φεστιβάλ Sports Movies, που πραγματοποιήθηκε στο Μιλάνο (από 29 Οκτωβρίου έως 3 Νοεμβρίου 2004), και είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι, ενώ είχε σταλεί για να συμμετάσχει -ως ντοκιμαντέρ- στη κατηγορία «Ολυμπιακό Πνεύμα», οι υπεύθυνοι του φεστιβάλ τη μετακίνησαν «τιμητικά» (και πρέπει να επισημανθεί αυτό) στις ταινίες, όπου και απέσπασε το πρώτο βραβείο «Guirlande d' Honneur 2004». Σημαντικό είναι επίσης, και το ότι επελέγη μεταξύ 100 ταινιών από 90 χώρες όλου του κόσμου.
Το ντοκιμαντέρ αυτό του Γιάννη Σμαραγδή, καταγράφει τον «λαϊκό άνθρωπο από το Μαρούσι, που έδειξε το πλήρες νόημα και την ουσία του ευ αγωνίζεσθαι των αρχαίων προγόνων μας και έγινε αθάνατος, μαθαίνοντας και πάλι στην Ελλάδα να ονειρεύεται», όπως είχε δηλώσει ο σκηνοθέτης σε συνέντευξή του στην ΑΜΑΡΥΣΙΑ συμπληρώνοντας: «Προσπάθησα να καταδείξω σε αυτό το ντοκιμαντέρ, πως με αυτήν την προσφορά ο Σπύρος Λούης θα είναι πάντα πλημμυρισμένος φως, στεφανωμένος και αθάνατος, για να μεταφέρει στους αιώνες το μήνυμα των αρχαίων προγόνων μας: Οι νίκες δεν είναι προσωπικές. Είναι της Ελλάδας, της ανθρωπότητας».
Το σενάριο (σε συνεργασία με τον Παναγιώτη Πασχίδη) είναι του σκηνοθέτη Γιάννη Σμαραγδή, η διεύθυνση φωτογραφίας του Νίκου Σμαραγδή, η σκηνογραφία του Δαμιανού Ζαρίφη και η μουσική του Δημήτρη Παπαδημητρίου, ενώ η εκτέλεση παραγωγής ανήκει στην «Αλέξανδρος Φιλμ», σε χρηματοδότηση του Δήμου Αμαρουσίου.
Το ρόλο του Σπύρου Λούη ερμηνεύει ο Αλμπέρτο Φάις, της συζύγου του Ελένης, η Εβίτα Ζυμάλη, τον Αυστραλό δρομέα Φλάκ ο Κώστας Δελακούρας και τον ταγματάρχη ο Αντώνης Αντωνίου.
Η εξαιρετική αφήγηση έγινε από τον Κώστα Κλεφτόγιαννη, ενώ στην Αγγλική βερσιόν από τον Γρηγόρη Πατρικαρέα.
Πρέπει δε να τονισθεί, ότι είναι η πρώτη φορά στην ιστορία της τοπικής αυτοδιοίκησης, που μια ταινία χρηματοδοτούμενη από ένα δήμο, στη συγκεκριμένη περίπτωση από τον Δήμο Αμαρουσίου, κατακτά παγκόσμια διάκριση και μάλιστα πρώτο βραβείο.
Υπάρχει, όμως και άλλη μια ταινία, στην οποία ο Σπύρος Λούης, εμφανίζεται ως δευτεραγωνιστής στην εξέλιξη της ιστορίας. Ταινία μεγάλου μήκους, η οποία δεν είναι Ελληνική, έχει γυριστεί στην Ελλάδα όμως, με ξένους και Έλληνες ηθοποιούς και ξεχάστηκε γρήγορα. Τι συνέβη ακριβώς, θα το δούμε στη συνέχεια…

Όταν το Χόλιγουντ ανακάλυψε τον… Σπυρίδωνα Λούη

Τις δεκαετίες ’50 και ’60 η Ελλάδα είναι πρώτη επιλογή για τους τουρίστες όλου του κόσμου. Η χώρα μας, δεν έχει ακόμα επηρεασθεί από το «δυτικό» πολιτισμό και όλοι οι ξένοι την προτιμούν για την παρθενικότητα του τοπίου και την απλότητα και τον αυθορμητισμό των κατοίκων της.
Μεταξύ αυτών που συχνάζουν στα Ελληνικά νησιά και την ύπαιθρο χώρα είναι και οι καλλιτέχνες του Χόλιγουντ. Ο Τάιρον Πάουερ, ο Ζαν Κοκτό, η Ρίτα Χέιγουορθ, ο Γκάρι Κούπερ και η Λιζ Τέιλορ είναι από τους πρώτους αστέρες που επισκέπτονται τη χώρα μας και οι πρώτοι και καλύτεροι διαφημιστές της, προς το τέλος της δεκαετίας του ’50.
Την ίδια εποχή, το Χόλιγουντ έχοντας εξαντλήσει τη μυθοπλαστική του ικανότητα, στρέφεται προς την Ευρώπη και επειδή έχουν προηγηθεί οι τουριστικές επισκέψεις, διαπιστώνει ότι το Ελληνικό τοπίο διακρίνεται για την ποικιλία των μορφών του, την καθαρότητα και τη φωτεινότητά του και έρχεται με προτάσεις για γυρίσματα ταινιών.
Ο υπουργός… Βιομηχανίας της περιόδου εκείνης, αντιλαμβάνεται ότι εάν ενθαρρύνει τις ξένες παραγωγές, η χώρα μας θα βγει πολλαπλώς κερδισμένη και δίνει άδειες. Έτσι, ταινίες όπως «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται» (1956), «Το Παιδί Και Το Δελφίνι» (1957), «Ποτέ την Κυριακή» (1960), «Ο Λέων Της Σπάρτης» (1962) και «Αλέξης Ζορμπάς» (1964) γίνονται οι καλύτεροι διαφημιστές μας και συμβάλλουν στη δημιουργία θέσεων εργασίας και στην αύξηση του τουριστικού ρεύματος.
Μεταξύ αυτών το 1960, γυρίστηκε και στην Αθήνα μια Αμερικανική αισθηματική κωμωδία με υπόθεση που διαδραματίζεται κατά την περίοδο των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων του 1896, στην οποία ένα από τα πρόσωπα είναι και ο… Σπυρίδων Λούης!

«Συνέβη Στην Αθήνα» του Άντριου Μάρτον

Σύμφωνα με την υπόθεση της ταινίας που είχε τίτλο «Συνέβη Στην Αθήνα» (It happened in Athens), ο «νεαρός βοσκός Σπυρίδων Λούης», αποφασίζει να συμμετάσχει στο άθλημα του Μαραθωνίου Δρόμου. Μόλις φτάνει στην Αθήνα, συναντά την Χριστίνα Γκράτσου, μια νέα κοπέλα από το χωριό του το Μαρούσι, η οποία είναι προσωπική υπηρέτρια της Ελένης Κώστα, της πιο γοητευτικής Ελληνίδας ηθοποιού. Η Ελένη Κώστα, αγαπά έναν ανθυπολοχαγό, τον Μινάρδο, που συμμετέχει κι αυτός στον αγώνα και επειδή είναι σίγουρη ότι θα κερδίσει τον Μαραθώνιο, ανακοινώνει στον Τύπο ότι θα παντρευτεί τον νικητή του αγώνα. Όμως νικητής θα είναι ο… Σπυρίδων Λούης, ο οποίος έχει ερωτευτεί την υπηρέτριά της, Χριστίνα, και της έχει υποσχεθεί γάμο…
Η κωμωδία (που προβλήθηκε το 1962 και δεν πήγε καλά εισπρακτικά), ήταν μια παραγωγή της 20th Century Fox (της οποίας πρόεδρος από το 1942 ήταν ο δικός μας Σπύρος Σκούρας). Σκηνοθέτης ήταν ο Άντριου Μάρτον. Τους βασικούς ρόλους είχαν η πληθωρική ξανθιά Τζέιν Μάνσφιλντ (ως Ελένη Κώστα στη φωτογραφία), ο Τραξ Κόλτον (ως Σπύρος Λούης), ο Νίκος Μινάρδος (ως ανθυπολοχαγός Αλέξης Μινάρδος στη φωτογραφία), η Ξένια Καλογεροπούλου (ως Χριστίνα Γκράτσου), η Λίλι Βαλέντι (μητέρα του Λούη) και ο Τίτος Βανδής (πατέρας του Λούη), ενώ η μουσική που ακούγεται μέχρι σήμερα είναι του Μάνου Χατζιδάκι.
Ως ανέκδοτο αναφέρεται, πως ένα από τα μεγάλα λάθη της ταινίας, ήταν ότι «οι κομπάρσοι στο Παναθηναϊκό Στάδιο φορούσαν ρούχα εποχής 1960 και όχι του 1896». Πράγματι, όσοι είχαν πάει στο Στάδιο εκείνη την Κυριακή του καλοκαιριού του 1960 για το γύρισμα, φορούσαν τα κανονικά τους ρούχα, διότι δεν ήσαν κομπάρσοι, αλλά αθηναίοι που είχαν πάει να ακούσουν -και να δουν- τα «Χαρούμενα Ταλέντα» του Γιώργου Οικονομίδη, μια πολύ δημοφιλή ραδιοφωνική εκπομπή της εποχής, που είχε διαφημιστεί ότι θα μεταδοθεί ζωντανά από το Στάδιο. Κατά την είσοδό τους δε, τους έδιναν μόνον ένα καπέλο εποχής του 1896 στους άντρες, καθώς και ένα ομπρελίνο στις γυναίκες, με εντολή να τα πετάξουν στον αέρα κατά την είσοδο του δρομέα-ηθοποιού Λούη στο Στάδιο, όπως και έγινε για να αποδοθεί η ατμόσφαιρα της νίκης.

(Δημοσιεύτηκε στην Αμαρυσία στις 7/5/2011 και όλες οι φωτογραφίες είναι από το Google - Εικόνες)