Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αναγνώσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αναγνώσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, 11 Ιουνίου 2017

Το παιχνίδι των συναισθημάτων

Ψάχνοντας τα αρχεία μου, βρήκα το πιο κάτω κείμενο, το οποίο μου κίνησε την περιέργεια. Αυτό δεν είναι δικό μου, σκέφτηκα, και το βέβαιο είναι ότι μπορεί να έχω φαντασία, αλλά αυτά ΔΕΝ τα είχα σκεφτεί. Είναι πολύ ρομαντικά. Εκτός κι αν ήμουν ερωτευμένος τότε και το αντέγραψα ξεχνώντας το όνομα του συγγραφέα. Τι να πω; Όποιος γνωρίζει σε ποιόν ανήκει, ας μου γράψει κάτι. Please.
Μια μέρα, λέει, συγκεντρώθηκαν σε κάποιο μέρος όλα τα συναισθήματα και όλες οι αξίες του ανθρώπου. Η Τρέλα, αφού συστήθηκε τρεις φορές στην Ανία, της πρότεινε να παίξουν κρυφτό. Το Ενδιαφέρον σήκωσε το φρύδι και περίμενε να ακούσει, ενώ η Περιέργεια χωρίς να μπορεί να κρατηθεί ρώτησε: «Τι είναι το κρυφτό;» Ο Ενθουσιασμός άρχισε να χορεύει παρέα με την Ευφορία και η Χαρά, άρχισε να πηδάει πάνω κάτω για να καταφέρει να πείσει το Δίλημμα και την Απάθεια (την οποία δεν την ενδιέφερε ποτέ τίποτα) να παίξουν κι αυτοί. 
Αλλά υπήρχαν κι άλλοι που δεν ήθελαν να παίξουν: Η Αλήθεια δεν ήθελε να παίξει, γιατί ήξερε ότι ούτως ή άλλως κάποια στιγμή θα την αποκάλυπταν, η Υπεροψία έβρισκε το παιχνίδι χαζό και η Δειλία δεν ήθελε να το ρισκάρει. 
«Ένα, δύο, τρία…..» άρχισε να μετρά με κλειστά τα μάτια η Τρέλα.

Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2016

Ο στόχος

Το σχήμα ταμπλόιντ των εφημερίδων έχει αλλάξει τον τρόπο που γράφονται οι τίτλοι των πρώτων σελίδων και στη συνέχεια τον τρόπο που εκφράζονται όλα τα Μέσα ηλεκτρονικά και ραδιοφωνικά.
Κάποτε (όταν οι εφημερίδες ήταν τεράστιου μεγέθους) στην πρώτη σελίδα των εφημερίδων υπήρχε σαφήνεια. 
Παράδειγμα; Η εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ της 3/11/1991 έγραφε με μεγάλα γράμματα  «Με το Σχέδιο της ΟΝΕ, όπως και όλες οι άλλες χώρες της Κοινότητας, Η Ελλάδα… Νομαρχία της ΕΟΚ! Θα εφαρμόζει δεδομένη -για ΟΛΟΥΣ…- οικονομική πολιτική. Τέρμα στα προνόμια και τις απαλλαγές». 
Τι άλλο να μας πει; 
Σήμερα,

Παρασκευή, 19 Απριλίου 2013

«Η δημοσιογραφία των χορηγών»

Το αλίευσα από το Bookpress (του οποίου το newsletter λαβαίνω τακτικότατα) και είναι γραμμένο από τον κ. Κώστα Κατσουλάρη. Έχει τίτλο «Η δημοσιογραφία των χορηγών» και αξίζει τον κόπο:
«Υπήρξε μια εποχή, όχι τόσο μακρινή, που το να είσαι δημοσιογράφος θεωρούνταν ακόμη λειτούργημα. Μια εποχή που σημαντικοί άνθρωποι με υψηλό μορφωτικό επίπεδο και συναίσθηση του πολιτικού πολιτισμού έφθαναν να γίνονται διευθυντές εφημερίδων (εμβληματικό παράδειγμα ο Λέων Καραπαναγιώτης, στα ΝΕΑ), ενώ υπήρχαν ακόμη και εκδότες που προκειμένου να εκδίδουν μια εφημερίδα πραγματικά αποκαλυπτική χωρίς αυτό απλώς να υποκρύπτει υπόγειους εκβιασμούς και αλισβερίσια, αρνούνταν ακόμη και την πολυπόθητη διαφήμιση, με μεγάλο κόστος για τους ίδιους και την εφημερίδα τους (εμβληματικό παράδειγμα ο Κώστας Παπαϊωάννου και το Ποντίκι – μέχρι το 2005 οπόταν και πουλήθηκε ακολουθώντας τη μοίρα των άλλων εφημερίδων).
Στο χώρο του βιβλίου και του πολιτισμού τα πράγματα ακολούθησαν αντίστοιχη πορεία, αλλά πιο ήπια – δεδομένου του μικρότερου οικονομικού και πολιτικού ενδιαφέροντος που έχει ο συγκεκριμένος χώρος. Κι εκεί, όμως, τα παραδείγματα της κατάπτωσης και της «αλλαγής παραδείγματος» είναι πλέον εμφανή, κι ίσως ακόμη πιο θλιβερά. Σημαντικοί κριτικοί λογοτεχνίας

Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2013

They speak Greek and they don' t know it


Δεν θυμάμαι που το βρήκα, αλλά αξίζει τον κόπο:
"The genesis of classical drama was not symptomatic. An euphoria of charismatic and talented protagonists showed fantastic scenes of historic episodes. The prologue, the theme and the epilogue, comprised the trilogy of drama while synthesis, analysis and synopsis characterized the phraseology of the text. The syntax and phraseology used by scholars, academicians and philosophers in their rhetoric, had many grammatical idioms and idiosyncrasies.
The protagonists periodically used pseudonyms. Anonymity was a syndrome that characterized the theatrical atmosphere.
The panoramic fantasies, the mystique, the melody, the aesthetics, the use of the cosmetic epithets are characteristics of drama.
Even through the theatres were physically gigantic, there was no need for microphones because the architecture and the acoustics would echo isometric ally and crystal - clear. Many epistemologists of physics, aerodynamics, acoustics, and electronics, electromagnetic cannot analyse - explain the ideal and isometric acoustics of Hellenic theatres even today.
There were many categories of drama: classical drama, melodrama, satiric, epic, comedy, etc. The syndrome of xenophobia or dyslexia was overcome by the pathos of the actors who practiced methodically and emphatically. Acrobatics were also euphoric. There was a plethora of anecdotal themes, with which the acrobats would electrify the ecstatic audience with scenes from mythical and historical episodes.
Some theatrical episodes were characterized as scandalous and blasphemous. Pornography, bigamy, haemophilia, nymphomania, polyandry, polygamy and heterosexuality were dramatized in a pedagogical way so the mysticism about them would not cause phobia or anathema or taken as anomaly but through logic, dialogue and analysis scepticism and the pathetic or cryptic mystery behind them would be dispelled.
It is historically and chronologically proven that theatre emphasized pedagogy, idealism and harmony. Paradoxically it also energized patriotism a phenomenon that symbolized ethnically character and phenomenal heroism".
(Υπάρχει επίσης και η παροιμιώδης ομιλία του Ξενοφώντα Ζολώτα με οικονομικούς όρους, που είχε κάνει σε ένα φόρουμ του IMF στις 26/9/1957)

Σάββατο, 28 Ιουλίου 2012

Και ξαφνικά, νοστάλγησα το 2004

Για να είμαι ειλικρινής, δεν περίμενα και πολλά πράγματα από τους ξενέρωτους και ας είχε τη σκηνοθεσία ο Ντάνι Μπόιλ του Slumdog millionaire και του Trainspotting. Σφιχτή η σκηνοθεσία, αλλά τί να το κάνεις; Άνευρη και χωρίς παλμό. Ήρθε καπάκι και ο Έλληνας εκφωνητής της ψηφιακής και υψηλής ευκρίνειας ERT HD, ο οποίος την πρώτη 1 ώρα και 20 λεπτά δεν καταλάβαινα τι έλεγε και νόμιζα ότι έφταιγε ο δέκτης μου (μετά ανέβασαν λίγο την ένταση, αλλά από ορθοφωνία, άστα...) και με χάλασε τελείως. 
Αυτό που με αποτελείωσε, ήταν η στυλιστική εμφάνιση της χώρας μας. Χάθηκε κάτι πιό ανοιχτόχρωμο; Έπρεπε να δείξουμε την οικονομική μας κατάθλιψη; Ευτυχώς που κουνούσε δεξιά αριστερά τη γαλανόλευκη ο Νικολαΐδης και φάνηκε λίγο χρώμα...
Η έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας υπήρξε σκάλες ανώτερη και μη μου κατηγορείτε τον κ. Κωστάλα ότι μιλούσε πολύ. Τουλάχιστον μιλούσε με ευκρίνεια (και ας μην είχαμε υψηλή ευκρίνεια στους δέκτες μας).

Δευτέρα, 9 Αυγούστου 2010

Συγγραφέας ή δημοσιογράφος; Ή και τα δύο;

Όταν σε προηγούμενο σημείωμα έγραφα ότι ο Όμηρος με τον Ηρόδοτο έχουν χαρακτηρισθεί «δημοσιογράφοι» της εποχής τους, μου ήρθε στο μυαλό αυτό που είχε πει πολύ παλιά ο Γρηγόρης Ξενόπουλος: «Το ελληνικό κοινό με θεωρεί λογοτέχνη, μυθιστοριογράφο, διηγηματογράφο και θεατρικό συγγραφέα. Εγώ όμως με συγκίνηση σας λέω ότι αισθάνομαι τον εαυτό μου δημοσιογράφο» και έθεσα το ερώτημα: Τι είναι προτιμότερο; Συγγραφέας που δημοσιογραφεί ή δημοσιογράφος που λογοτεχνίζει;
Η Μαρία Καραββία έγραψε παλαιότερα: «Σήμερα στις εφημερίδες όχι απλώς δεν γίνεται συζήτηση για λογοτεχνική γραφή –το έγραψες ξερό, μας έλεγαν κάποτε- αλλά αντίθετα με τη φωτοσύνθεση, το ταμπλόιντ, τις μεγάλες έγχρωμες φωτογραφίες, το λαϊκισμό που έχει εξαπλωθεί σε όλους τους τομείς της ζωής και γενικά με την προσπάθεια των εντύπων να συναγωνιστούν την εικόνα, έχουμε ακούσει διευθυντές εφημερίδων να φωνάζουν στους νεαρούς δημοσιογράφους που δείχνουν κάποια φιλοδοξία προσωπικού τρόπου έκφρασης: “Δεν θέλουμε λογοτέχνες εδώ μέσα”».
Αντίθετα ο αείμνηστος Βασίλης Ραφαηλίδης υποστήριζε: «Η λογοτεχνία είναι παντού. Συνεπώς και στη δημοσιογραφία. Αρκεί πίσω από κάθε κείμενο να υπάρχει κάποιος δημιουργός που κάνει δημιουργία την πράξη της γραφής, της όποιας γραφής».
Ενώ ο Νίκος Δήμου γράφει: «Ο λογοτεχνίζων δημσιογράφος είναι συνήθως άκρως ενοχλητικός και πιο προβληματικός είναι ο δημοσιογραφίζων λογοτέχνης. Ένα άρθρο κερδίζει από τη λεκτική δεινότητα του συντάκτη του, αυτό όμως δεν το μεταμορφώνει σε λογοτεχνία».
Οι δημοσιογράφοι πάντως που έχουν φτωχό λεξιλόγιο, επικαλούνται ως άλλοθι «την έλλειψη χρόνου και το τρέξιμο» που απαιτείται προκειμένου να προλάβουν την έκδοση του φύλλου (καθημερινού ή όχι), όταν τους καταλογίζουν λεκτική ένδεια.
Γι αυτό και ο Μάριος Πλωρίτης έγραψε: «Καμιά στενότητα χρόνου δεν αποτελεί άλλοθι για τη βαρβαρότητα ή έστω την κακογραφία. Δεν φταίει η έλλειψη χρόνου, αλλά η έλλειψη συναίσθησης πως η εφημερίδα είναι ένα μεγάλο σχολείο, καθημερινό και ισόβιο, που μορφώνει ή στρεβλώνει το κοινό, που το “παιδεύει” και στη σωστή (ή στραβή) έκφραση και χρήση της γλώσσας του (…) η έλλειψη χρόνου και χώρου ήταν και είναι μια “άσκηση στο ευκαίρως και ευστόχως λέγειν”».
Οπότε στο ερώτημα «Τι είναι προτιμότερο; Συγγραφέας που δημοσιογραφεί ή δημοσιογράφος που λογοτεχνίζει;», μπορεί να δοθεί η απάντηση: «Και τα δύο είναι δυνατά».
(Δημοσιεύτηκε στην ΑΜΑΡΥΣΙΑ 7/6/1995)

Παρασκευή, 6 Αυγούστου 2010

Ο συγγραφέας και η εποχή του

Διάβαζα τις προάλλες το «Και με κλειστά μάτια θα βλέπω» του Παύλου Κάγιου και στη συνέχεια το «Θρυμματισμένο γυαλί» του Νίνου Φένεκ Μικελίδη δύο καταξιωμένων δημοσιογράφων και σκέφτομαι σήμερα ότι, όταν έγραφα στα πρώτα μου σημειώματα για το συγγραφέα που θα πρέπει να παρακολουθεί την εποχή του, ίσως είχα στο νου αυτό που έχει λεχθεί, ότι «ο συγγραφέας πρέπει να διαθέτει δημοσιογραφική ματιά» στην παρακολούθηση αυτή. Αν λάβω υπόψη μου ότι παλαιότερα οι Νόρμαν Μέιλερ και Τρούμαν Καπότε είχαν βασίσει τα γνωστότερα μυθιστορήματά τους σε αληθινές υποθέσεις και διάβαζαν και κρατούσαν αποκόμματα εφημερίδων, τότε δεν απέχει από την πραγματικότητα αυτή η άποψη. Ακόμα και ο δικός μας Βασίλης Βασιλικός, στο «Ζ» του αναφέρεται στην υπόθεση Λαμπράκη που είχε συγκλονίσει την κοινωνία μας και ειδικότερα την πολιτική κοινότητα στα μέσα του προηγούμενου αιώνα.
Δημοσιογραφική ματιά, λοιπόν, και φαντασία είναι τα πρώτα απαιτούμενα για τη συγγραφή και κατόπιν ο συγγραφέας είναι έτοιμος να καταγράψει όλες τις κινήσεις των ανθρώπων (κοινωνικές, ηθικές, πνευματικές και συναισθηματικές) στην πορεία τους προς όποιο πεπρωμένο τους επιφυλάσσεται. Ας μη ξεχνάμε ότι και ο Όμηρος με τον Ηρόδοτο έχουν χαρακτηρισθεί «δημοσιογράφοι» της εποχής τους.
(Δημοσιεύτηκε στην ΑΜΑΡΥΣΙΑ 23/5/1995)

Πέμπτη, 5 Αυγούστου 2010

Το μυθιστόρημα σαν πηγή κοινωνικοπολιτικής σοφίας

Διαβάζω Στίβεν Κινγκ αυτές τις μέρες και αυτό που συμπεραίνω μέσα από τις ακραίες πλην κοινές -κοινότυπες θα έλεγα- ιστορίες του, είναι ότι μέσα από την καθημερινότητα μπορεί ένας συγγραφέας να εκμαιεύσει κάτι τρομακτικό. Καταστάσεις απλές, κοινές σε πολύ κόσμο, μέσα από τη γραφίδα του Κινγκ μπορούν να αποκτήσουν άλλη διάσταση. Ο άνθρωπος, κριτικάρει το κοινωνικό και πολιτικό σύστημα, θέτει ζητήματα ηθικής, αναλύει έννοιες όπως η τιμή, το καθήκον, η ελευθερία, η αφοσίωση και καταφέρνει ταυτόχρονα να μας τρομάζει, να μας φέρνει αντιμέτωπους με τις αρχέγονες φοβίες μας και με τον ίδιο μας τον εαυτό πολλές φορές. Αρκετές δε φορές στο τέλος κάποιου διηγήματός του, επέρχεται και η Αριστοτέλεια «κάθαρση». Αλλά δεν θα ασκήσω κριτική πάνω στα μυθιστορήματα ή και διηγήματά του. Αυτό που με καίει αυτή τη στιγμή, είναι το γεγονός ότι ακόμα και ένα «φανταστικό» μυθιστόρημα (αυτό δηλαδή, στο οποίο κάτι «παράλογο» εισβάλλει στην κανονικότητα της ζωής και ανατρέπει τις ισορροπίες), μπορεί να περιέχει στοιχεία, από αυτά που προανέφερα σε προηγούμενες αναρτήσεις της ετικέτας «Ανα.γνώσεις».
Όλα τα μυθιστορήματα, στο βάθος ασκούν κριτική, αναλύουν έννοιες όπως προαναφέρθηκαν και τελικά προσφέρουν την «κάθαρση», ακόμα και τα «φανταστικά» ή τα «επιστημονικής φαντασίας». Παρουσιάζουν μια κοινωνία, μικρή ή μεγάλη, περιγράφουν καταστάσεις για τις οποίες δημιουργούνται κανόνες, που είτε τηρούνται, είτε παραβιάζονται. Οπότε να η ηθική. Γνωρίζετε πόσα αποφθέγματα έχουν παρθεί μέσα από σελίδες μυθιστορημάτων; Μόνον αυτά του Όσκαρ Γουάιλντ να αρχίσω να αναφέρω και θα γεμίσουμε την ανάρτηση. Μέσα από την περιγραφή των συγγραφέων «βγαίνει» το πολιτικο-κοινωνικό γίγνεσθαι μιας εποχής. Διαβάστε μερικά αστυνομικά μυθιστορήματα του Γιάννη Μαρή των αρχών του 20ού αιώνα και θα δείτε τι εννοώ. Θέλετε σοβαρότερα και περιπετειώδη; Διαβάστε τους «Αθλίους» του Βίκτορα Ουγκό για να ζήστε το βαρύ πολιτικό και κοινωνικό κλίμα της εποχής πριν τη Γαλλική Επανάσταση. Θέλετε πολιτικό; Διαβάστε το κλασικό «Μια ημέρα στη ζωή του Ιβάν Ντενίσοβιτς» του Σολζενίτσιν, ο οποίος ασκεί αδυσώπητη κριτική μιας ολόκληρης ιδεολογίας. Δεν θα αναφερθώ σε πλειάδα σύγχρονων συγγραφέων γιατί όλο και κάποιον θα παραλείψω και μπορεί να παρεξηγηθώ (όχι από τους συγγραφείς, αλλά από τους αναγνώστες μου), αλλά θα καταλήξω, ότι κάθε συγγραφέας, επειδή όλα όσα προανέφερα μπορούν να περιλαμβάνονται σε κάθε μυθιστόρημα, δεν θα πρέπει να παραμένει έξω από την εποχή του. Οπότε γύρισα από εκεί που είχα ξεκινήσει τις «Αναγνώσεις».
(Δημοσιεύτηκε στην ΑΜΑΡΥΣΙΑ 18/5/1995)

Οι εσωτερικές συγκρούσεις

Μήπως τελικά διαβάζουμε, βλέπουμε, ακούμε, αυτό που θέλουν οι κριτικοί; Αυτό το ερώτημα αναδύθηκε μέσα από τη θάλασσα των αποριών που έχω θέσει στα προηγούμενα σημειώματα των «Ανα.γνώσεων» και εδώ που τα λέμε δεν είναι και παράλογο. Αν ληφθεί υπόψη ότι πολλοί άνθρωποι αγόρασαν κάποτε ένα βιβλίο για να το διαβάσουν επηρεασμένοι από μια κριτική και μετά το άφησαν στη μέση ή … το πέταξαν, τότε το ερώτημα δεν είναι αβάσιμο. Το ίδιο ισχύει και για τις κριτικές των κινηματογραφικών ταινιών (που γράφω κι εγώ, ξέρετε). Διαβάζετε μια συναρπάζεστε, λέτε πάμε να τη δούμε την ταινία και όταν τη βλέπετε κοιτάτε συνεχώς το ρολόι σας (όπως η γυναίκα μου) για να τελειώνει «αυτό το βαρετό πράμα».
Κι όμως δεν θα το πιστέψετε αλλά και ένας κριτικός έχει εσωτερικές συγκρούσεις, όπως και ένας συγγραφέας, που σας έλεγα προηγουμένως. Διότι και ο κριτικός γράφει. Και όπως είχε γράψει κάποτε ο Τζον Απντάικ (μεγάλος αμερικανός συγγραφέας) σε ένα βιβλίο του με κριτικές: «Η σχέση κριτικής με τη λογοτεχνία είναι ανάλογη με τη σχέση του να πλέεις παράλληλα με την ακτή ή να πλέεις στα ανοικτά. Στα ανοικτά έχεις ευρείς ορίζοντες, απολαμβάνεις την αύρα της ανοικτής θάλασσας, ενώ παράλληλα με την ακτή ο ορίζοντάς σου περιορίζεται, χάνεις την απόλαυσης του ανοικτού ορίζοντα.
Οπότε πριν διαβάσετε κάποια κριτική αναλογισθείτε προηγουμένως τι αγώνα έχει κάνει ο κριτικός, ώστε να προσπαθήσει να είναι αντικειμενικός (μέσα στην υποκειμενικότητά του) και να σας παρασύρει στην αποφυγή κάποιου έργου ή στην προτροπή του να μη το χάσετε.
Έτσι το ερώτημα «Μήπως τελικά διαβάζουμε, βλέπουμε, ακούμε, αυτό που θέλουν οι κριτικοί;» θα χάσει το νόημά του και εσείς ως αναγνώστες θα αποστασιοποιείστε.
(Δημοσιεύτηκε στην ΑΜΑΡΥΣΙΑ 11/5/1995)

Σάββατο, 31 Ιουλίου 2010

Ο κριτικός και η ανάγνωση

Εκτός από την απορία, εάν ο συγγραφέας μπορεί να είναι αντικειμενικός, υπάρχει και η συνακόλουθη «εάν μπορεί να είναι αντικειμενικός και ο κριτικός», διότι αναφέροντας σε προηγούμενο σημείωμα τους κριτικούς είπαμε ότι είναι και αναγνώστες αλλά και συγγραφείς των απόψεών τους, οπότε υπό τη δεύτερη ιδιότητα, πόσο αντικειμενικοί μπορούν να είναι αυτοί;
Δεν έχουν άραγε και αυτοί εσωτερικές συγκρούσεις, όχι μόνον ενώ διαβάζουν ένα έργο αλλά και ενώ καλούνται να γράψουν κάτι γι αυτό. Ένα άλλο δε ερώτημα που προκύπτει, είναι με βάση ποια κίνητρα αυτοί οι άνθρωποι καλούνται να γράψουν; Κριτικάρουν επειδή μια έμφυτη παρόρμηση τους σπρώχνει σ’ αυτό; Ή ασκούν κριτική με κίνητρο το κέρδος; Γράφουν κατά παραγγελία; Διαβάζουν σε βάθος κάποιο έργο; Ή το διαβάζουν κατά παραγγελία προκειμένου να «γεμίσει» η σελίδα κριτικής και παρουσίασης (βιβλίου, θεάτρου, κινηματογράφου);
Ας μην έχουμε προκατάληψη, στον κριτικό προηγείται η ιδιότητα του αναγνώστη, οπότε ισχύουν όσα έχουν προαναφερθεί επί του θέματος. Οφείλει να διαθέτει την παρθενικότητα, την ανεμελιά ενός νέου στην παρατήρηση του όποιου έργου θέλει να ασκήσει κριτική. Πρέπει να είναι ταυτόχρονα χαλαρωμένος αλλά και σε εγρήγορση, όπως και ο κυνηγός που λέγαμε, περιμένοντας το θήραμά του (μόνον που δεν χρειάζεται πάντα να πυροβολεί το δημιουργό ενός έργου). Θα πρέπει ο κριτικός να θυμίζει τον αθλητή που αποσύρεται του αθλήματός του και αποφασίζει να γίνει προπονητής ή και διαιτητής. Θα πρέπει να έχει πλήρη επίγνωση των κανόνων του παιχνιδιού. Ίσως γι αυτό και το έργο του γίνεται ακόμα πιο δύσκολο. Η αντικειμενικότητα είναι πρωτεύουσα προϋπόθεση κατά την άσκηση των καθηκόντων του κριτικού, που είναι πρώτα η ανάγνωση και ύστερα η συγγραφή.
Οι παρατηρήσεις του, οι επισημάνσεις του και οι επιλογές του είναι τόσο κρίσιμες, που είτε θα δημιουργήσουν μελλοντικούς αναγνώστες, είτε θα αποτρέψουν τους υποψήφιους για ανάγνωση κάποιου έργου, οποιοδήποτε είναι αυτό. Δημιουργείται όμως άλλη μια απορία: Μήπως τελικά διαβάζουμε, βλέπουμε, ακούμε, αυτό που θέλουν οι κριτικοί;
(Δημοσιεύτηκε στην ΑΜΑΡΥΣΙΑ 10/5/1995)

Πέμπτη, 29 Ιουλίου 2010

Είναι αντικειμενικοί οι συγγραφείς;

Θεωρώ ότι είναι δύσκολο και θα πρέπει να κερδίσει έναν άνισο, ίσως και ατελείωτο, αγώνα μεταξύ των προκαταλήψεών του και ανάγκης να τις χρησιμοποιήσει σωστά προκειμένου να περιγράψει «αντικειμενικά» τη ζωή.
Η αντικειμενικότητα στην παρατήρηση προϋποθέτει μια παρθενικότητα στη σύλληψη, προϋποθέτει ένα «άδειασμα» του μυαλού, αυτού που κάθεται να γράψει. Ίσως να μοιάζει με την αδρανή προσπάθεια του κυνηγού. Ο καλός κυνηγός, μετά από εμπειρίες μιας ζωής σ’ αυτό το χόμπι, μπορεί να καταλάβει εάν από ένα μονοπάτι πέρασε ένα ελάφι ή μια νυφίτσα χωρίς να εντείνει ιδιαίτερα την προσοχή του. Έτσι και ο συγγραφέας, για να περιγράψει αντικειμενικά μια σκηνή θα πρέπει να διαθέτει την ανέμελη ετοιμότητα του κυνηγού. Προϋποθέτει δηλαδή, η αντικειμενική παρατήρηση κάτι από την αφέλεια και την άγνοια του παιδικού μυαλού. Την πεποίθηση ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν ξέρει τίποτα. Κι ας έχει γνωρίσει κάτι παρόμοιο.
Θα πρέπει ο συγγραφέας να παρακολουθεί την εποχή του ή όχι; Διότι μέχρι σήμερα επικρατούσε η άποψη ότι οι συγγραφείς απομονώνονται για να δημιουργήσουν, αποξενώνονται, είναι απομακρυσμένοι, φευγάτοι… Έλεγαν για τους λογοτέχνες κάποτε ότι «ζούσαν στο δικό τους κόσμο».
Μάλλον είναι λάθος ισχυρισμός. Σήμερα ο συγγραφέας πρέπει να λαβαίνει υπόψη τους τις εξελίξεις σε όλους τους τομείς. Ίσως θα πρέπει να είναι οπαδός του Γιώργου Παμπούκη, που πλέκει το «Ημιμάθειας εγκώμιο – Για μια καθολική ματιά στο σύγχρονο κόσμο» (εκδ. Κριτική). Θα πρέπει να λαβαίνει υπόψη του τις κοινωνικές, πολιτικές, τεχνολογικές εξελίξεις, αλλά και τη ζωή γενικότερα, ώστε να μπορεί να τις συνδυάζει με τις σκέψεις του και τα συναισθήματά του, παράγοντας ένα έργο πιο ξένο από τον ίδιο και πιο κοντά στη γενική αντίληψη, αλλά να είναι και το απόλυτο δημιούργημά του. Έκανα κύκλο; Ήταν μια προσπάθεια για να είμαι αντικειμενικός.
(Δημοσιεύτηκε στην ΑΜΑΡΥΣΙΑ 9/5/1995)

Τρίτη, 27 Ιουλίου 2010

Συγγραφέας, ο καλύτερος αναγνώστης του εαυτού του

Ο Τζορτζ Όργουελ σε ένα δοκίμιό του με τίτλο «Γιατί γράφω», είχε γράψει ότι ανάμεσα στους λόγους για τους οποίους γράφει κανείς είναι και ο έρωτας για τη γλώσσα και τη σωστή χρήση της. Εκείνος είχε ένα λόγο παραπάνω για να υποστηρίξει αυτή την άποψη. Όποιος έχει διαβάσει το έργο του «1984» στο πρωτότυπο θα έχει διαπιστώσει ότι όχι μόνον χρησιμοποιεί άψογα την αγγλική γλώσσα ο Όργουελ, αλλά δημιουργεί και άλλη μια (τη Newspeak) για τις ανάγκες του μυθιστορήματός του.
Χωρίς να θεωρώ την άποψη πρωτοποριακή, θέλω να πιστεύω ότι πολλοί συγγραφείς όταν γράφουν το κάνουν από μια προσωπική επιθυμία να εκφραστούν χωρίς να τους ενδιαφέρει σε πρώτο επίπεδο αν θα διαβαστούν και στην κατηγορία αυτή τοποθετώ και τους bloggers (για να μη ξεχάσουμε το λόγο που ξεκίνησα αυτά τα σημειώματα). Θεωρώ δε ότι οι συγγραφείς είναι και οι καλύτεροι αναγνώστες των γραπτών τους. Κανείς δεν μπορεί να διαβάσει όσα γράφονται με την ίδια προσοχή και αγάπη που αφιερώνει ο ίδιος ο συγγραφέας στο γραπτό του. Είναι ο μόνος που διαβάζει χωρίς τα κίνητρα των άλλων αναγνωστών και είναι ο μοναδικός που μέσα στο κείμενό του μπορεί να αναγνωρίσει ορισμένες νοητικές καταστάσεις που βρίσκονται κρυμμένες πίσω και από τις πιο απλές φράσεις, τις οποίες οι αναγνώστες αδυνατούν να κατανοήσουν.
Ο Ουμπέρτο Έκο που επικαλούμαι συχνά, μετά το μυθιστόρημά του «Το όνομα του ρόδου» εξέδωσε ένα μικρό βιβλίο με τίτλο «Επιμύθιο στο όνομα του ρόδου», στο οποίο εξηγεί τα κόλπα που χρησιμοποίησε στο μυθιστόρημα για να κεντρίσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Ο αναγνώστης του «Επιμυθίου…» πέφτει από τα σύννεφα διαβάζοντας τα κίνητρα του συγγραφέα για κάθε κατάσταση που δημιούργησε.
Ακόμα και ο Άρθουρ Κλαρκ τελειώνοντας τη τετραλογία του «Οδύσσεια του διαστήματος» (2001, 2010, 2061 και 3001) αισθάνθηκε την ανάγκη να εξομολογηθεί στο τέταρτο βιβλίο του, τι σκεφτόταν όταν ξεκίνησε, και πώς δημιούργησε όλο αυτό το μύθο μέχρι την κατάληξή του.
Χαρακτηριστικό, είναι και το ογκώδες μυθιστόρημα του Τζέιμς Τζόις με τίτλο «Οδυσσέας». Ο Τζόις, περιγράφοντας σε 800 σελίδες το 24ωρο ενός Δουβλινέζου, κατάφερε να γραφτούν για το βιβλίο αυτό αναρίθμητες μελέτες και άρθρα. Είναι τόσα τα συγκριτικά πεδία που ανοίγει, τέτοια η πολυμορφικότητα και η κατασκευαστική του ιδιοτυπία, που για να περιγραφεί, απλώς και μόνο, θα χρειαζόταν ολόκληρο σεμινάριο. Διάβασα κάποτε ότι «το μυθιστόρημα του Τζόις συνιστά το απόλυτο αρχιτεκτόνημα της πεζογραφίας του 20ού αιώνα, το απόλυτο σχέδιο. Είναι ακόμη ο μεγάλος ύμνος στη γραφή και σε όσα την ορίζουν. Ο Τζόις ελέγχει το υλικό του με απαράμιλλη μαεστρία καταφέρνοντας να ενσωματώσει στη δική του αφηγηματική τεχνική, που την αποκαλούμε σήμερα εσωτερικό μονόλογο, όλες τις υφιστάμενες μορφές της - και ταυτοχρόνως να τις αλλάξει».
Γι' αυτό άλλωστε, μετά από τόσα χρόνια, οι αναγνώστες ανακαλύπτουν ακόμη καινούργιες πτυχές του.
(Δημοσιεύτηκε στην ΑΜΑΡΥΣΙΑ 7-5-1995)

Σάββατο, 24 Ιουλίου 2010

Απορίες

Μια, η πρώτη ίσως, από τις απορίες που δημιουργείται σε ένα σώφρον αναγνωστικό κοινό είναι «Γιατί γράφει, αυτός που γράφει;». Μια ερώτηση στην οποία εμπεριέχονται δύο άλλες: «Ποιο είναι το κίνητρο του γράφοντος;» και «Σε τι κοινό απευθύνεται;».
Γράφει για τη δόξα, για την αναζήτηση της αλήθειας, για τα χρήματα;
Σε ποιους τα λέει; Σε όλους ανεξαιρέτως; Σε κάποιο ειδικό κοινό; Και αν ναι, σε ποιο;
Είναι λίγο συναρπαστικές αυτές οι απορίες όταν διατυπώνονται γραμμένες, παρ’ όλο που η εξέλιξη και οι συνεχείς ανακαλύψεις, τόσο στο θεωρητικό, όσο και στο θετικό πεδίο, έχουν αμβλύνει σήμερα το ενδιαφέρον των αναγνωστών σε σχέση με παλαιότερες εποχές. Όσο δε, και να φαίνονται αστείες, έχουν κάποια εξήγηση, γιατί αυτός που γράφει έχει πάντα κάποιο κοινό στο νου του, το οποίο όμως δεν μπορεί να προσδιορίσει εκ των προτέρων. Εκτός ίσως από τον εξειδικευμένο επιστήμονα, που γράφει για να κατοχυρώσει τη σκέψη του, την έρευνά του, τις εμπειρίες του και απευθύνεται σε ειδικούς σαν κι αυτόν, αλλά και σε όσους ενδιαφέρονται για το αντικείμενό του.
Σ’ αυτό το σημείο, έρχεται στο νου, μια κατηγορία αναγνωστών, η οποία δεν εντάσσεται σ’ αυτές που προαναφέρθηκαν και παρουσιάζει μια ιδιορρυθμία. Είναι οι κριτικοί. Οι κριτικοί, όσο και αν φαίνεται παράξενο αυτή τη στιγμή, είναι πρώτα «αναγνώστες» (διαβάζουν ένα βιβλίο, μια ταινία κινηματογράφου, μια θεατρική παράσταση, μια συναυλία ακούγοντάς την) και μετά «γράφουν» τις απόψεις τους, για το κοινό τους, διότι έχουν κάποιο κοινό στο νου τους προς το οποίο απευθύνονται.
Προβλέπεται συνέχεια…
(Δημοσιεύτηκε στην ΑΜΑΡΥΣΙΑ 4-5-1995)

Πέμπτη, 22 Ιουλίου 2010

Γιατί γράφουμε

Όταν ανοίγω το blog και βλέπω την ημερομηνία της προηγούμενης ανάρτησης πανικοβάλλομαι. Σκέφτομαι «τόσες μέρες και δεν έχω γράψει τίποτα, τι το θέλω;». Αυτή η ερώτηση τριγυρίζει κάθε φορά στο μυαλό μου και φυσικά γίνεται εμπόδιο για άλλη σκέψη. Θυμάμαι όμως, πάλι κάθε φορά, μια παλιά σειρά επιφυλλίδων μου στην Αμαρυσία με γενικό τίτλο «Ανα-γνώσεις», που ήταν αφιερωμένη στο «γράψιμο» και στο «διάβασμα» και θυμάμαι που έγραφα ότι το γράψιμο ήταν πάντα μια ανάγκη του ανθρώπου από τη στιγμή που ήθελε να επικοινωνήσει και επίσης ήταν και ένα μέσο των μελλοντικών γενεών για να γνωρίζουν τις προηγούμενες. Θα μου πείτε, καλά ό,τι γράφεται είναι και μνημειώδες; Όχι, αλλά ακόμα και από τις «χαζομάρες» που γράφονται, ο ιστορικός του κάθε μέλλοντος μπορεί να βγάζει συμπεράσματα για το παρελθόν μιας κοινωνίας.
Αρκετοί, λοιπόν, άνθρωποι γράφουν και περισσότεροι διαβάζουν, ενώ μεγάλη μερίδα αναγνωστών θεωρεί όντα συναρπαστικά και μυστηριώδη τους συγγραφείς (σε πρώτο βαθμό) και τους δημοσιογράφους (σε δεύτερο), επειδή οι ίδιοι είτε θέλουν να γράψουν αλλά δεν έχουν την ικανότητα, είτε θέλουν να γράψουν αλλά δεν έχουν χρόνο. Σε ποια κατηγορία βάζω τον εαυτό μου ως blogger δεν μπορώ να εξηγήσω. O blogger είναι αναγνώστης και συγγραφέας ταυτόχρονα. Ξεκινά ως αναγνώστης. Και κάποια στιγμή, όταν θέλει να εκφραστεί, ανοίγει ένα blog όπως τα παλιά χρόνια οι γονείς μας και οι παππούδες μας άνοιγαν «ημερολόγιο» και έγραφαν τις σκέψεις της ημέρας. Ένα Ημερολόγιο που πολλές φορές κρατούσαν καλά κρυμμένο, συνήθως με δεμένα τα δύο εξώφυλλα με μια κορδέλα ή δερμάτινο κορδονάκι.
Σήμερα, εποχή της ανοικτής κοινωνίας, το Ημερολόγιο αυτό είναι όχι μόνον ορθάνοικτο (τουλάχιστον γι’ αυτά που θέλουμε να δημοσιοποιούμε, διότι ας μη γελιόμαστε, δεν τα γράφουμε όλα), αλλά ανοικτό και σε σχόλια (διαδραστικό ημερολόγιο, δηλαδή). Δημιουργεί δε, μια παράξενη υποχρέωση. Ναι υποχρέωση. Από τη στιγμή, που ένας σοβαρός blogger θέλει να κρατηθεί στο ύψος του και στο ύψος των περιστάσεων, τότε όταν γράφει κάτι, επειδή μπορεί και να διαβαστεί και να υποστεί σχολιασμό, θα πρέπει «να έχει και κάτι να πει». Εκεί ακριβώς, αρχίζει και ο πανικός που έλεγα στην αρχή. Αυτό ίσως να είναι και ένα γενικό πρόβλημα των bloggers, οι οποίοι από τη στιγμή που τα γραπτά τους είναι «κοινά», δημόσια, ανήκουν στην κοινωνία του διαδίκτυου δηλαδή, τότε θα πρέπει όταν γράφουν, να έχουν κάτι να λένε «προς» το σύνολο, κάτι να «προσφέρουν» και να μην «παραμιλάνε», όπως μερικοί συμπολίτες μας στο δρόμο τώρα με την οικονομική κρίση.
Και το ερώτημά μου, όπως και τότε που έγραφα τις επιφυλλίδες, παραμένει «Γιατί γράφουν;» αυτοί που θέλουν να γράφουν. Αντί για απάντηση τίθεται το άλλο ερώτημα, πιο εκσυγχρονισμένο σε σχέση με την εποχή των επιφυλλίδων μου: «Οι αναγνώστες, τι περιμένουν από ένα blog; Ειδήσεις; Αποκαλύψεις; Δοκίμια; Προσωπικές εξομολογήσεις;
Μάλλον θα επανέλθω.
(Μερικές από τις επόμενες αναρτήσεις υπό την ετικέτα "Αναγνώσεις" βασίζονται σε μια μεγάλη σειρά επιφυλλίδων που είχα γράψει στην ΑΜΑΡΥΣΙΑ από 3-5-1995 μέχρι τα μέσα Ιουλίου του ίδιου έτους)

Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2009

Καλή αρχή

Τα γενέθλιά μου σήμερα και ξεκινάω με το ακόλουθο άρθρο, που είχα γράψει στην ΑΜΑΡΥΣΙΑ (την εφημερίδα με την οποία συνεργάζομαι) τον Οκτώβριο 1991, με αφορμή μια επιστολή δημοτικού συμβούλου του Δήμου Αμαρουσίου, κατά της μόνιμης χιουμοριστικής στήλης μου «Έπεα Πτερόεντα», η οποία τότε είχε σατιρίσει τις ασυναρτησίες που είχε εκτοξεύσει σε ανοικτή συνεδρίαση του Σώματος:

"Η αντικειμενική υποκειμενικότητα"

Είναι δυνατόν; Κι όμως είναι, όσο και αν αυτό φαίνεται αντιφατικό. Στη σύγχρονη δημοσιογραφία ο μύθος της αντικειμενικότητας τείνει να καταρρεύσει, αν αυτό δεν έχει συμβεί ήδη. Διατηρείται βέβαια η ιδεολογική άποψη της αντικειμενικότητας στη δημοσιογραφία. Στην πράξη όμως;
Ας τολμήσουμε μερικές σκέψεις. Αυτός που γράφει γνωρίζει καλά ότι εκτός από την είδηση θα γράψει και την άποψή του. Γνωρίζει επίσης, ότι και αν δεν γράψει τη γνώμη του, θα αναφέρει την είδηση από τη δική του σκοπιά. Ο αναγνώστης αυτό το γνωρίζει; Ή ξεκινά την ανάγνωση με το δεδομένο ότι αυτό που διαβάζει είναι και η μοναδική αλήθεια; Άρα έχουμε δύο καταστάσεις. Η μια είναι η «αντικειμενικότητα», που είναι η πιστή αναπαράσταση, απεικόνιση μιας αλήθειας που υποτίθεται ότι υπάρχει de facto, εκ των πραγμάτων. Η άλλη είναι η «τιμιότητα», που είναι η ηθική επιλογή και η υπακοή σε ένα κώδικα συμπεριφοράς.
Τι κάνει ο δημοσιογράφος; Αυτός δεν έχει το χρέος να είναι αντικειμενικός, έχει όμως την υποχρέωση να είναι τίμιος και να γνωστοποιήσει ότι αυτή είναι η άποψή του. Να εκθέτει τα γεγονότα ως έχουν και στη συνέχεια να εκφράζει τις ιδέες του, τις απόψεις του για το συγκεκριμένο θέμα.
Αυτό όμως δεν μπορεί να γίνεται κάθε λίγο. Ο έξυπνος αναγνώστης έχει αντιληφθεί ότι η αντικειμενικότητα δεν μπορεί να υπάρξει σε μια εφημερίδα, όσο υγιής και αγνός να είναι ο εκδότης της και υπάρχουν πολλοί λόγοι που συνηγορούν σ’ αυτό. Η μορφή της εφημερίδας εξαρτάται από τους τίτλους, το μέγεθός τους, το μέγεθος και το χαρακτήρα των άλλων τυπογραφικών στοιχείων, την έκταση των άρθρων, την τοποθέτησή τους σε μια σελίδα, τα χρώματα, αν είναι έγχρωμη και πολλά άλλα, στα οποία κάθε επέμβαση παίρνει υποκειμενικό χαρακτήρα. Δεν μπορεί ένας να ικανοποιεί τις προτιμήσεις χιλιάδων.
Παράδειγμα: Ένα κείμενο της εφημερίδας «θίγει» κάποιο δημόσιο πρόσωπο, το οποίο και στέλνει επιστολή διαμαρτυρίας. Η επιστολή του δημοσιεύεται χωρίς σχόλιο που να του λέει ότι έχει δίκιο ή άδικο, με τη διαφορά ότι κατά τη δημοσίευσή της χρησιμοποιείται γραμματοσειρά μικρότερη ελαφρώς της συνήθους, ώστε να διαβάζεται μετά δυσκολίας και δίπλα ακριβώς επιλέγεται ένα ρεπορτάζ ενδιαφέρον ώστε να αποσπάσει την προσοχή του αναγνώστη. Η επιστολή έχει δημοσιευτεί, ή άλλη άποψη έχει εκφραστεί, άρα αντικειμενικά η εφημερίδα είναι εντάξει.
Το παράδειγμα είναι απλουστευτικό και ακραίο, ίσως, αλλά διατυπώθηκε ώστε να γίνει σαφής η διάκριση μεταξύ αντικειμενικότητας και τιμιότητας. Οι αναγνώστες πρέπει να το γνωρίζουν αυτό, όπως πρέπει να γνωρίζουν πότε μια μόνιμη στήλη είναι σοβαρή και πότε χιουμοριστική. Οι στήλες του Βηματοδότη και του Βοκκάκιου στο ΒΗΜΑ, ή η «Όφις» και η «Όσα παίρνει ο άνεμος» της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ, όπως και τα «Έπεα πτερόεντα» της ΑΜΑΡΥΣΙΑΣ κάνουν κριτική στο βίο και την πολιτεία των πολιτικών μας, καθώς και σε φράσεις που είπαν σε κάποια άτυχη, γι’ αυτούς, στιγμή. Η κριτική τους αυτή βασίζεται στο –ανατρεπτικό πολλές φορές- χιούμορ και αυτό το γνωρίζουν τόσο οι θιγόμενοι όσο και οι αναγνώστες των εφημερίδων. Δεν είναι δυνατόν να κατηγορηθούν για έλλειψη αντικειμενικότητας επειδή «επιλέγουν» τις φράσεις των προσώπων –που επίσης επιλέγουν- για να σχολιάσουν. Αντίθετα οι «επιλεγόμενοι» που γνωρίζουν την αρχή Any publicity is good publicity (κάθε δημοσιότητα είναι καλή δημοσιότητα) αφήνουν πολλές φορές αυτές τις στήλες να ασχολούνται μαζί τους.
Οι στήλες αυτές, βασίζουν την ύπαρξή τους στην ωριμότητα των αναγνωστών να ξεχωρίζουν τη χιουμοριστική διάθεση από τη σοβαρότητα και κυρίως τη σοβαροφάνεια από τη σοβαρότητα.
Ελπίζω οι αναγνώστες μου να αντιλήφθηκαν ότι οι πιο πάνω απόψεις «δεν είναι αντικειμενικές».